Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το γράμμα που λείπει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το γράμμα που λείπει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Στενεύει η αγάπη, άραγε;

Στενεύει η αγάπη, άραγε?

ΕΡΑΣΤΗΣ ΣΚΥΛΟΣ

Ήταν γραπωμένος στη φούστα της
διέκρινε στα μαύρα μάτια του όλη την αγωνία
μάτια πιστά, εξαρτημένα
μ' όλη την πίκρα της ανάγκης του.
Αυτή το Φως,
Αυτή, Νερό
Αυτή, η αρχέγονη Πείνα του'
μια λαιμαργία υπαρξιακή
γι' αυτό το πεταμένο κόκαλό της
για ένα της κόκαλο
δαντέλα έγινε στη φούστα της
κι αυτή να επιμένει
“στενός κορσές” πως είναι.
Στενεύει η αγάπη, άραγε;
Τη σκέψη της να φύγει
την κατάλαβε από τον κυματισμό
τη μύρισε στην μπροστινή της πιέτα
σαν να σφύριξε ούριος άνεμος
τώρα θα τον αφήσει με τη φούστα σαν πανί
να βολοδέρνει.
Και αυτή γυμνή
ούτε το ύφασμα
ούτε και το παράσιτο,
αυτά τα πιστά μαύρα
αναγκεμένα μάτια
σαν του δαρμένου σκύλου.

Το γράμμα που λείπει, “Άγκυρα”

Το ποίημα δημοσιεύθηκε στο βιβλίο “Τα ποιήματα του 2009” της Κοινωνίας των (δε)κάτων, σε επιλογή- επιμέλεια της Μαρίας Κυρτζάκη και της Παυλίνας Παμπούδη, εξαιρετικές ποιήτριες και με τιμά η επιλογή τους η οποία ήταν και ένα ξάφνιασμα για μένα. Το ποίημα ήταν από ποιητική συλλογή στα προσεχώς, και το έβαλα στο Γράμμα που λείπει, κυριολεκτικά, την τελευταία στιγμή. Μόνο σε μένα αρέσει, και μ' αρέσει πολύ. Ήταν ένα ποίημα από τις... “Σοκολάτες”, έτσι την έλεγα την συλλογή για να παρηγορηθώ όταν έπρεπε να κόψω τις σοκολάτες, αλλά ούτε τις σοκολάτες έκοψα ούτε και τον τίτλο κράτησα, επικρατέστερος για την ώρα “Η γυναίκα με τις μάσκες” (εντάξει και... Σοκολάτες). Και μάλλον αυτός θα είναι, δεν αλλάζω τίτλο εύκολα, στους τίτλους είμαι λιγάκι... εμμονική. (Και όχι μόνον).


ΡΩΓΜΕΣ ΣΕ ΣΩΜΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ

Το γράμμα που λείπει
γεύση από λύπη
αφή που χάθηκε
αφού οι ρώγες στα δάχτυλα κάηκαν
κι ούτε δαχτυλικό αποτύπωμα πια
στη ζωή μου απ' το κορμί σου
μονάχα μια εξορία- ξενιτιά
κι ο πόνος, ακαθόριστη οδύνη
Κι όμως κάποτε πέρασε απ' τη ζωή μου η ηδονή
κι είχε το πρόσωπό σου
Κάποτε είχα σώμα, ψυχή
πέρασες και το πήρες φεύγοντας
κι εκεί που ήταν κάποτε
χέρια, πόδια και στήθη
τώρα μόνον ρωγμές πια και μυικοί πόνοι.

Αλήθεια αν ξαναρχόσουν
πώς θα σε γνωρίσω;


Δημοσιεύθηκε στο “Ποιητικό ημερολόγιο 2011” (Εκδ. Ιωλκός) για το Σάββατο 14ης Μαίου). Επίσης, από το “Γράμμα που λείπει”). Και ευχαριστώ τον Γιάννη Κορίδη και τον Γιάννη Πλαχούρη θερμά.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Κριτική Μπάμπη Δερμιτζάκη στο "Γράμμα που λείπει"

"όχι, δεν αποχαιρετιστήκαμε σωστά", λες και υπάρχει, τελικά, σωστός αποχαιρετισμός...

Ελένη Γκίκα
Το γράμμα που λείπει
Ένα ποιητικό De profundis της ταλαντούχου ποιήτριας και πεζογράφου

Ελένη Γκίκα, Το γράμμα που λείπει, Άγκυρα 2009, σελ. 95

Το συζητούσα προχθές με τους μαθητές μου: Σε μια επικοινωνιακή κατάσταση, ο πομπός του μηνύματος μπορεί να σκέφτεται περισσότερο ή λιγότερο τον εαυτό του κατά τη στιγμή της εκφοράς, και περισσότερο ή λιγότερο τον δέκτη. Σχηματοποιώντας θα έλεγα ότι ο ποιητής σκέφτεται περισσότερο τον εαυτό του ενώ ο πεζογράφος περισσότερο τον δέκτη-αναγνώστη, ειδικά αν το συγγραφικό του έργο είναι και το μέσο βιοπορισμού του. Δεν έχω υπόψη μου κανένα ποιητή που να έγραφε ποιήματα για να ζήσει, ενώ ξέρουμε πάρα πολλούς πεζογράφους - ο Μπαλζάκ και ο Ντοστογιέφσκι είναι οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις - που ζούσαν από τη συγγραφή.
Άλλη διαφορά: οι πεζογράφοι συχνά αυτοβιογραφούνται, ενώ οι ποιητές εξομολογούνται. Η Ελένη Γκίκα χρησιμοποιεί την πεζογραφία για να αυτοβιογραφηθεί, και την ποίηση για να εξομολογηθεί. Τουλάχιστον αυτή την εικόνα έχω από τα τέσσερα μυθιστορήματά της, τα οποία έχουμε παρουσιάσει από το Λέξημα, και τώρα από την τελευταία της ποιητική συλλογή.
Το ποίημα είναι όπως το όνειρο, κατά την ψυχαναλυτική εκδοχή τουλάχιστον: προσπαθεί να αποκαλύψει και ταυτόχρονα να κρύψει, κυρίως όταν το περιεχόμενό του έχει σχέση με προσωπικά βιώματα του ποιητή.
Και της ποιήτριας. Αν και, μπορούμε να πούμε, η κάλυψη του βιώματος με το ένδυμα της τέχνης δεν έχει μόνο, ή κυρίως, στόχο την απόκρυψη, αλλά και την αισθητική απόλαυση που προσφέρει η ομορφιά του ίδιου του ενδύματος. Και η ομορφιά του ενδύματος με το οποίο «καλύπτει» κρύβοντας και αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την τραυματική εμπειρία της απώλειας του αγαπημένου σ'A αυτά τα ποιήματά της η Ελένης είναι όντως εξαιρετική.
Αλλά θα επιμείνω στο «κρυπτικό» της ποίησης, με μια έννοια ψυχαναλυτική και όχι με την έννοια της σκοτεινότητας, με την οποία κάποιοι ποιητές κρύβουν την κενότητά τους και είναι οι κυρίως υπεύθυνοι της απομάκρυνσης του μεγάλου κοινού από την ποίηση.
Επιμένω, γιατί ο τίτλος αυτής της συλλογής είναι γρίφος, και πιθανότατα η Ελένη θέλει να μείνει γρίφος. Μιλώντας για το «Γράμμα που λείπει» δεν σκέφτεται τον αναγνώστη αλλά τον εαυτό της, τον εαυτό της σε ένα αυτοβιογραφικό επεισόδιο το οποίο την είχε φορτίσει υπέρμετρα, και αποφορτίζεται μ'A αυτά τα ποιήματα. Ή μήπως δεν έλυσε και αυτή το γρίφο;
Είναι το γράμμα σε μια λέξη ενός σταυρόλεξου; Και ποια λέξη; Είναι ένα πολύτιμο γράμμα που ξαφνικά η Ελένη διαπιστώνει έντρομη ότι λείπει από το κουτί που έχει φυλαγμένα τα γράμματά του, σαν ιερό κειμήλιο; Είναι ένα γράμμα σε μια λέξη που δεν διαβάζεται, και που αυτή ή εκείνη η εκδοχή μας δίνουν άλλη λέξη; Αυτό μόνο η Ελένη το ξέρει. Μπορεί και να το αποκαλύψει ένας άλλος βιβλιοκριτικός, πιο ικανός από εμένα. Πάντως δεν πιστεύω ότι έγινε μόνο για χάρη ενός διακειμενικού εφέ, στο οποίο παραπέμπει η Ελένη παραθέτοντας στην αρχή της συλλογής ένα απόσπασμα από το «Υποθετικό ποίημα» του Μπόρχες.
Αυτό δεν ταιριάζει να το γράψει ένας βιβλιοκριτικός, μπορεί να το πει ένας αναγνώστης, αλλά πρώτη φορά μου συνέβη με ποιητική συλλογή (είμαι δηλωμένος λάτρης της πεζογραφίας), να τη ρουφήξω κυριολεκτικά αναβάλλοντας την καθιερωμένη μου σιέστα.
Στην πεζογραφία ασχολούμαι κυρίως με πράγματα που με εξιτάρουνε, ενώ στην ποίηση με τις υφολογικές νησίδες. Εδώ θα ξεκινήσω, ως σύγχρονος Αριστοτέλης, αμφιβάλλοντας για την εγκυρότητα του παρακάτω συλλογισμού:
«Υπάρχει Θεός,
ανακουφισμένη σκέφτηκε,
αφού υπάρχει τέτοιο φεγγάρι.
Υπάρχει Θεός
αφού υπάρχει τέτοια Ομορφιά…».
Είναι στίχοι από το πρώτο ποίημα της συλλογής που της δίνει και τον τίτλο. Όμως δεν έχει να κάνει με τη συνηθισμένη πρακτική, ο τίτλος ενός ποιήματος ή ενός διηγήματος να δίνεται και σε ολόκληρη τη συλλογή. Η φράση «το γράμμα που λείπει» απαντάται κάμποσες φορές σε άλλα ποιήματα.
Βέβαια θα μπορούσα να πω κι εγώ με τη σειρά μου ότι «Υπάρχει Θεός αφού…». Γιατί να μην είμαι κρυπτικός κι εγώ σαν βιβλιοκριτικός και να είναι μόνο οι ποιητές; Αλλά το παραπάνω μόνο η Ελένη μπορεί να το αποκρυπτογραφήσει.
Τελικά ο Καβάφης είναι μια ανεξόφλητη οφειλή. Διαβάζω στίχους και σκέπτομαι αντίστοιχους του Καβάφη. Να είναι κρυπτομνησία από τη μεριά του ποιητή, της ποιήτριας στην προκειμένη περίπτωση; Διαβάζοντας τους στίχους «εγώ, που άλλα νοσταλγώ/ γι άλλα πονάω» (σελ. 28) θυμάμαι τους καβαφικούς στίχους από τη Σατραπεία «Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει».
Ένα ποίημα με μια πρωτότυπη επινόηση είναι το «Η σιγουριά του ερωτηματικού». Εδώ παρελαύνουν σχεδόν όλα τα σημεία στίξεως: «…εκείνη η παλιά/άνω τελεία και/ερωτηματικά. Μόνο ερωτηματικά/υπάρχουν στη ζωή/και αποσιωπητικά…./πώς τον ξεγέλασαν κάποτε τα θαυμαστικά/να το θυμάται./Αυτή τη φορά να μην ξεχάσει την παύλα» (σελ. 38).
Το «για λίγη χρυσόσκονη που περίσσεψε» μπορεί να θεωρηθεί σαν ποίημα αλληγορικό, απλά αντιστρέφοντας μια μεταφορά: «…κι ας λάμπει τόσο. /Σαν αυταπάτη. Σαν ψέμα./…/Κι όμως πως γίνεται να ξαναγεννιέται/ένα χρόνο μετά»; (σελ. 42). Και η αντιστροφή: Η αυταπάτη, το ψέμα, λάμπουν κι επανέρχονται, σαν τη χρυσόσκονη με την οποία στολίζουμε το δέντρο κάθε χρόνο.
Πιο κάτω διαβάζουμε: «Αλήθεια, πόσο πανικό/ μπορεί ν'A αντέξει ο άνθρωπος/ και τι μπορεί να σου εξασφαλίσει/ μια σοκολάτα στο σκοτάδι» (σελ. 50). Ο τελευταίος αυτός στίχος αποτελεί τον τίτλο του επόμενου ποιήματος.
Ελένη μου, τίποτα δεν μπορεί να σου εξασφαλίσει μια σοκολάτα στο σκοτάδι, τίποτα. Πολλές όμως;
Τη μεγαλειώδη σου παρομοίωση σ'A αυτό το επόμενο ποίημα, μόνο εγώ μπορώ να τη νιώσω: «Ήρθες/ σαν σοκολάτα στο σκοτάδι». Και τι υπέροχο που είναι αυτό το (πάλι ο Καβάφης): «Αν δεν πνιγείς, στο μεταξύ, στη σαντιγί/ σαν βγεις στον πηγαιμό για τη Μαρέγκα/ να εύχεσαι να πας από σκασμό» (σελ. 69).
Στην προηγούμενη βιβλιοκριτική μας μιλήσαμε για υπερδιακειμενικότητα, μια διακειμενικότητα δηλαδή τραβηγμένη από τα μαλλιά. Μια τέτοια βλέπω στους παρακάτω στίχους:
«Εκείνο που αλλάζει
είναι το παρελθόν
γι αυτό κι είναι
τρομακτικό το μέλλον
μια ανάσα το παρόν
έμπλεο
με ό,τι έζησα
και ό,τι δεν έζησα,
λαθρεπιβάτης».
Μου θύμισαν τους παρακάτω στίχους από την «Ερωφίλη»: «Τ' οψές εδιάβη, το προχθές πλιο δεν ανιστοράται/ σπίθα μικρή το σήμερο στα σκοτεινά λογάται».
«Τα καθησυχαστικά σύμφωνα» είναι επίσης ένα ποίημα πολύ επινοητικό: «Σίγμα/ όπως σιωπή/ θωπευτική/ Πι/ όπως/ πέλαγος…/ Ρο/ ρυάκι γάργαρο». Είναι τα σύμφωνα από το όνομα του αγαπημένου.
Μπορεί η λογοτεχνικότητα να δίνει αισθητική δύναμη σε κάποιους στίχους, όμως καμιά φορά η απλότητα δίνει μια πρωτοφανή δύναμη αισθήματος. Θα κλείσω την παρουσίαση αυτής της εξαιρετικής ποιητικής συλλογής με τους παρακάτω στίχους της Ελένης: «Όχι, δεν αποχαιρετιστήκαμε σωστά. / Κι ετούτο τον καημό, κανένας δεν θα μπορέσει/ τελικά να καταλάβει» (σελ. 29).

Μπάμπης Δερμιτζάκης

ΥΓ. Αχ Μπάμπη μου καλέ, πάντα με συγκινείς, τόσο μα τόσο γενναιόδωρος πάντα, αλλά μάλλον σας ξεγελώ λίγο, είμαι και δεν είμαι! Οταν τα γράφω, είμαι. Οταν γίνουν βιβλίο, έχω γυρίσει σελίδα, είμαι μια άλλη σαν την Αλίκη κι εγώ. Τώρα είναι όσα έγιναν και όσα εν δυνάμει θα μπορούσαν αλλά δεν... συνήθως την ζωή που δεν ζήσαμε, την εκδοχή που δεν γνωρίσαμε αλλά με τα ίδια τα γράμματα και τις σιωπές και τις κρυφές πληγές και τις κραυγές που μας πονούν. Γύρευε τί είναι δικό μας και τι θα θέλαμε και τι μας αφορά και τι όχι... Ευχαριστώ, μου λείπουν τα σαββατιάτικα πρωινά κι οι σοκολάτες μας. Απόψε μια Ute Lemper θεική! Φιλί
ΥΓ2. Κι εκείνο το "λαθρεπιβάτης" που ακόμα με μπερδεύει? Το έγραψα? Κι ύστερα, μπα, δεν μπορεί να το 'γραψα εγώ, αφού από τέτοιο υπήρξα? Δεν υπήρξα! Ε, Μπάμπη? Μπα...
ΥΓ3. Το κείμενο του Μπάμπη Δερμιτζάκη δημοσιεύτηκε στο Λέξημα. Αλήθεια εκείνος ο Μανιάτης ζει? Εντελώς χαθήκαμε, κάτι θα κάνω να μας μαζέψω, μου λείψατε. Πολύ.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Ποίηση Ελένης Γκίκα,


Εγώ αντέγραψα ποιήματα! Εσείς διαβάστε την αρχή και τα σχόλια, εδώ!

ΑΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

55) ΑΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Να πάει κάπου να χωθεί
μονάχα ετούτο θέλει
χνουδάκι να γίνει
φύκι, όστρακο, ρείκι
χαμομήλι
να την αγγίζουν
να την πατούν
να την αφήνουν ήσυχη
έτσι να τους περνάει
δίπλα σαν φάντασμα
να μη μιλά
να μη γελά
να μην παίζει πια
ρόλο κανένα
Ο εαυτός της
ένα τίποτα ανακουφιστικό
Να πάει κάπου να χωθεί
πετρούλα θέλει να ‘ναι
ένα με την ξερολιθιά
να γκρεμιστεί με τον τοίχο
του αγίου Κάποτε
ή Ποτέ
Ήσυχη θέλει να είναι
δηλαδή Καμία
να μη χρειάζεται να γράφει
ιστορίες αμήχανες για να χάνεται
να μη χρειάζεται
το τραύλισμα στο ποίημα
να την ακούσει ο Θεός
και να την λυπηθεί
δίχως αυτή τη μάταιη
προσευχή της
Ν’ αναπαυτεί
χωρίς χαρτί
και δίχως άχρηστα λόγια
Να καταλάβει τι ψελλίζει
δίχως ποτέ της να το πει
στη νέα γλώσσα
την ανείπωτη
Να δει το γράμμα που αγνοεί
να σχηματίζεται
επάνω στο χαρτί
Αχειροποίητο
Και ας πεθάνει εν ανάγκη
ας στερηθεί τα πάντα
αφού έχει στερηθεί
έτσι φλύαρη βουβή
ήδη τα πάντα.

Αν έβρισκε το γράμμα….

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006

ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΤΟΠΤΡΟΥ

54) ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΤΟΠΤΡΟΥ

Πίσω απ’ το τζάμι
πρωταντίκρισε τον κόσμο
είναι δεν είναι
σαν παράσταση,
μυθιστόρημα,
όνειρο.
Πίσω απ’ το τζάμι
διάβασε τα πρώτα της
βιβλία
ψέμα, αλήθεια,
παράλληλο σύμπαν,
κόσμε μου.
Πίσω απ’ το τζάμι
έζησε μια ζωή
όπως έμαθε
να βλέπει
έρωτες, κόσμο, χρόνο,
χάδια να περνούν
Μονάχα τις ρυτίδες της
είδε ξαφνικά
μπροστά στον καθρέφτη.
Προτίμησε το τζάμι.

Είναι η θέμα, όπως και να το κάνεις, καλύτερη.


Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006

3 Δεκέμβριος 2009 8:12 πμ

ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

53) ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Απ’ το πρωί καθαρίζει
τις τύψεις, πρώτα,
σε βάθος’
Αλλού να πάτε
εδώ στερήσατε μια ζωή.
Τη νοσταλγία, κατόπιν.
με τόσο παρελθόν
πού να προλάβει
το αμήχανο παρόν
να ξεμυτίσει.
Άφησε την ελπίδα
τελευταία.
Την πιο σκληρή.
Αν έλειπε αυτή
δεν θα ‘χε σπάσει
τόσες φορές τα μούτρα της
κάτι θα είχε ζήσει
δεν θ’ άφην’ έτσι τον καιρό
άμμο, νεράκι, αεράκι
να κυλήσει.
Αυτήν θα τιμωρήσει περισσότερο
κρατώντας την φυλακισμένη
ως το τέλος.
Συνήθισε εξάλλου.

Πού να πηγαίνει πια χωρίς αυτήν….

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006

ΕΡΑΣΤΗΣ ΣΚΥΛΟΣ

ΕΡΑΣΤΗΣ ΣΚΥΛΟΣ

Ήταν γραπωμένος στη φούστα της
διέκρινε στα μαύρα μάτια του όλη την αγωνία
μάτια πιστά, εξαρτημένα
μ’ όλη την πίκρα της ανάγκης του
Αυτή το Φως,
Αυτή, Νερό
Αυτή, η αρχέγονη Πείνα του’
μια λαιμαργία υπαρξιακή
γι’ αυτό το πεταμένο κόκαλό της
για ένα της κόκαλο
δαντέλα έγινε στη φούστα της
κι αυτή να επιμένει
«στενός κορσές» πως είναι.
Στενεύει η αγάπη, άραγε;
Τη σκέψη της να φύγει
την κατάλαβε από τον κυματισμό
τη μύρισε στην μπροστινή της πιέτα
σα να σφύριξε ούριος άνεμος
τώρα θα τον αφήσει με τη φούστα σαν πανί
να βολοδέρνει
Κι αυτή γυμνή
ούτε το ύφασμα
ούτε και το παράσιτο,
αυτά τα πιστά μαύρα
αναγκεμένα μάτια
σαν του δαρμένου σκύλου

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2006, 2η μέρα στις Εκατό Χουρμαδιές

3 Δεκέμβριος 2009 8:09 πμ

O ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

O ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

Το πιο ωραίο τοπίο του κόσμου
είν’ ένα ον παράξενο’
το Α Μπάο Α Κου.
Ζει στη σκάλα του Πύργου της Νίκης
και περιμένει επισκέπτες στο κατώσκαλο.
Ελπίζει να είναι αθώοι και τολμηροί
για ν’ ανέβουν.
Στηρίζεται στο ότι δεν αφήνουν
πράγματα στη μέση να συνεχίσουν.
Αλλά για τη Νιρβάνα τους
δεν προσδοκεί
Συνήθως κουτρουβαλάει ζαρωμένο
και ούτε γάτα, ούτε ζημιά
σα να μην πέρασε καν απ’ αυτό τον κόσμο.
Το συναντάμε στο «βιβλίο των φανταστικών όντων»
κι είναι θρύλος του «Περί της Μαλαίας Μαγείας»
Στο πέρασμα των αιώνων το
Α Μπάο Α Κου έφτασε στον εξώστη του Πύργου, λένε,
μόνο μια φορά
Ένας το είδε
γαλάζιο να λάμπει σαν άστρο
τόσο πολύ
με μιαν αφή ροδάκινου
Κι αν φθάρηκαν τα σκαλοπάτια
από ορδές προσκυνητών
μονάχα ίχνη συνάντησαν οι πιο τυχεροί
και μια παράξενη γαλάζια φωτιά
ν’ αναβοσβήνει.

Όμως ποτέ δεν ήταν αρκετή.

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2006, Καθαρά Δευτέρα

3 Δεκέμβριος 2009 7:56 πμ



Το πιο ωραίο τοπίο του κόσμου
είν’ ένα ον παράξενο’
το Α Μπάο Α Κου.
Ζει στη σκάλα του Πύργου της Νίκης
και περιμένει επισκέπτες στο κατώσκαλο.
Ελπίζει να είναι αθώοι και τολμηροί
για ν’ ανέβουν.
Στηρίζεται στο ότι δεν αφήνουν
πράγματα στη μέση να συνεχίσουν.
Αλλά για τη Νιρβάνα τους
δεν προσδοκεί
Συνήθως κουτρουβαλάει ζαρωμένο
και ούτε γάτα, ούτε ζημιά
σα να μην πέρασε καν απ’ αυτό τον κόσμο.
Το συναντάμε στο «βιβλίο των φανταστικών όντων»
κι είναι θρύλος του «Περί της Μαλαίας Μαγείας»
Στο πέρασμα των αιώνων το
Α Μπάο Α Κου έφτασε στον εξώστη του Πύργου, λένε,
μόνο μια φορά
Ένας το είδε
γαλάζιο να λάμπει σαν άστρο
τόσο πολύ
με μιαν αφή ροδάκινου
Κι αν φθάρηκαν τα σκαλοπάτια
από ορδές προσκυνητών
μονάχα ίχνη συνάντησαν οι πιο τυχεροί
και μια παράξενη γαλάζια φωτιά
ν’ αναβοσβήνει.

Όμως ποτέ δεν ήταν αρκετή.

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2006, Καθαρά Δευτέρα

3 Δεκέμβριος 2009 7:56 πμ

ΡΩΓΜΕΣ ΣΕ ΣΩΜΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ

ΡΩΓΜΕΣ ΣΕ ΣΩΜΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ

Το γράμμα που λείπει
γεύση από λύπη
αφή που χάθηκε
αφού οι ρώγες στα δάχτυλα κάηκαν
κι ούτε δακτυλικό αποτύπωμα πια
στη ζωή μου απ’ το κορμί σου
μονάχα μια εξορία- ξενητιά
κι ο πόνος, ακαθόριστη οδύνη
Κι όμως κάποτε πέρασε απ’ τη ζωή μου η ηδονή
κι είχε το πρόσωπό σου.
ό,τι κάποτε είχα σώμα, ψυχή
πέρασες και το πήρες φεύγοντας
κι εκεί που ήταν κάποτε
χέρια, πόδια και στήθη
τώρα μόνον ρωγμές πια και μυικοί πόνοι

Αλήθεια αν ξαναρχόσουν
πώς θα σε γνωρίσω;

Σάββατο 4 Μαρτίου 2006, Β’ Ψυχοσάββατο,
Του Σπύρου για να βρει τον δρόμο και να ‘ρθεί.

3 Δεκέμβριος 2009 7:55 πμ

ΜΙΑ ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΜΙΑ ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Ήρθες
σαν σοκολάτα στο σκοτάδι
με ηδονή
και ενοχές
όπως είχα συνηθίσει
να παίρνω εγώ την ευχαρίστηση
Έμεινες
όσο κρατούν τα πρωτοβρόχια
πλημμύρες
τ’ ακατάσχετα νερά
Ύστερα
άρχισαν και οι ξηρασίες
σαν τον φιλάργυρο
έκρυψα κάποια κομματάκια
σοκολάτα υγείας
πικρή αυτή τη φορά
πού να χορτάσουν
την απληστία στο σκοτάδι
άβυσσος η ζωή
κάτω απ’ τα πόδια
και περνά
κι εσύ να λειώνεις
Σαν τον χιονάνθρωπο που κάποτε
μου τραγουδούσες
έφευγες
κι έλειωνες
κι εγώ να προσπαθώ να σε κρατήσω
με τη γεύση…

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2006

ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΕΙ ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΌΤΑΝ ΔΙΨΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ

ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΕΙ ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ
ΌΤΑΝ ΔΙΨΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ

Τίποτε από μένανε δεν σου ‘φτασε.
Ό,τι κι αν έκανα, ήταν το ελάχιστο
μια τόση δα σταγόνα
σε σένα που διψούσες θάλασσες
αλλά κι εγώ
στην ξηρασία μου μαράθηκα
ζητούσαμε ακριβώς το ίδιο
κάποιος για την αγάπη
να πεθάνει.
Έτσι πεθάναμε κι οι δυο.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2006
ανήμερα των Φώτων,

3 Δεκέμβριος 2009 7:54 πμ

ΧΟΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ

ΧΟΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ

Μαζί ανοίγουμε
μαζί τον κλείνουμε τον χρόνο
Χορός με την σκιά μου, καθημερινός
Χωρίς εσένα
ούτε χορός
ούτε εαυτός
ένα άδειο σακί, μονάχα
σε μιαν έρημο
Ποτέ δεν θα σ’ αφήσω
για να ζήσω’
να πω ότι έζησα κάποτε
και τώρα σε θυμάμαι
κι είναι σα να ‘σαι εδώ
Είσαι εδώ’
για να ανοίξουμε μαζί
κι αυτό τον χρόνο.
μπουκάλι
στον αιώνιο ωκεανό.

Μαζί θα ταξιδεύουμε…


Πρωτοχρονιά 2006

3 Δεκέμβριος 2009 7:52 πμ

Η ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΟΣ ΚΑΡΔΙΑ

Η ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΟΣ ΚΑΡΔΙΑ

Φοράω κόκκινα
Και μη σκεφτείς πως
Δεν σε πένθησα’
Φοράω κόκκινα για να ‘ρθεις.
Σα δέντρο με φωτάκια
Στάθηκα
Στη μέση του πουθενά
Έναν ολόκληρο χρόνο.
Την πλάτη σου έβλεπα
Όλο ν’ απομακρύνεται
Κι εγώ στο χάος
Πέρα απ’ τον άξονά μου.
Αλλά τα φετινά Χριστούγεννα
Η κεντρομόλος καρδιά μου
Σε ξανάφερε
Καλοντυμένο, σκοτεινό
Μ’ εκείνη την γνωστή
Καμπαρτίνα της απόγνωσης
Να ‘ρχεσαι προς την ιστορία μου.
Γι’ αυτό άνθισα κόκκινα
Για να με δεις, επιτέλους, και να μείνεις!

Πρωτοχρονιά 2006 (γράφοντας τον «Υγρό Χρόνο»)

ΕΝΑ ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ

ΕΝΑ ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ

Σήμερα,
Ακριβώς σαν σήμερα,
Που είχε γεννηθεί η μάνα σου,
Που από σύμπτωση γεννήθηκε η Μαρία,
Σαν σήμερα,
Ακριβώς σαν σήμερα,
Που κι ο Χριστός γεννάται κάθε χρόνο
Εσύ, επέλεξες να ξεκινήσεις
Για την έξοδο
Σήμερα,
Σηματοδοτώντας θάνατο
Ή μια άλλους είδους γέννα
Που ως καταδικασμένα γήινη
Ούτε μπορώ να καταλάβω.
Σήμερα,
Ακριβώς σαν σήμερα,
Με την μεγάλη έξοδο,
Ανήμερα του Αη Γιαννιού,
Ακριβώς δεκατέσσερις ημέρες,
πες δεκαπέντε με το ξόδι.
Ούτε το έβλεπα καν
Γι’ αυτό κι επέτρεψα αυτό να σου συμβεί
Μόνος σου!
Σ’ εκείνο το φωτεινό κι αβέβαιο τούνελ
Στο σκοτεινό μου τούνελ μιας ιστορίας
Μόνη κι έρημη εγώ.
Να ξαναμπώ στην ιστορία θέλω
Μήπως και μέσα απ’ αυτή
Το κατορθώσουμε να αποχαιρετιστούμε σωστά
Αυτή τη φορά
Μήπως μπορέσουμε κι εξηγηθούμε
έστω για μια φορά οι δυο μας
Δεν έχω άλλον τρόπο- ραντεβού
Θα ξεκινήσω λοιπόν εγώ για να σε βρω
Σήμερα
Τώρα
Αμέσως
Πάμε!
Να ‘ρθεις
Γιατί δίχως εσένα
Αυτή η ζωή, ζωή δεν είναι.

25 Δεκ. 2005 αρχίζοντας τον «Υγρό Χρόνο»

3 Δεκέμβριος 2009 7:44 πμ

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΡΤΙΝΟ ΗΡΩΑ ΤΗΣ

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΡΤΙΝΟ ΗΡΩΑ ΤΗΣ

Αρχίζει να το αισθάνεται πως
πλησιάζει η ιστορία
Από αυτό τον ανεπαίσθητο
μικρό εκνευρισμό
Από τον τρόπο που επείγεται
να γίνει Κυριακή για να
κλειστεί στο σπίτι.
Από τον τρόπο που
Σφαλίζει τα παντζούρια
Από το χέρι έτσι
όπως σφίγγει το στυλό
Από τους εφιάλτες
τη νύχτα.
Από εκείνη τη γλυκιά χαύνωση όποτε
σκέφτεται εκείνο τον άγνωστο άντρα που
δεν γίνεται παρά μονάχα στο χαρτί
να συναντήσει
Γι’ αυτό και βιάζεται
γι’ αυτό το ραντεβού
Στο μεταξύ, καθόλου
δεν την αφορά η ζωή
Παρά μονάχα
ως προοπτική
να δει αυτοί οι δύο, εν τέλει,
πού θα καταλήξουν.

Δική της θα είναι, βεβαίως, η ιστορία
Αλλ’ όμως το φινάλε αυτός θα το σφραγίσει
Γι’ αυτό κι επείγεται
για να την γράψει
να τον αγγίξει, επιτέλους, στο πρώτο ραντεβού.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2005, λίγο πριν αρχίσει η καινούργια ιστορία (ο «Υγρός Χρόνος»)

ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Και θα ξανάρχεσαι
Με χίλια πρόσωπα
πότε σαν ένας γέρος ζητιάνος
έξω απ’ τη στάση του μετρό
κάποτε σαν ένα ζωηρό αγόρι
που γρατζουνά στην παιδική χαρά
τα γόνατά του
κι άλλοτε σαν αυτόν
τον γοητευτικό γιατρό
μια βροχερή Κυριακή στο Πανόραμα.
Εσύ τον έστειλες να μου χαμογελάσει
να μου υπενθυμίσει πως
ξανάρχεσαι
πως κάπου εδώ τριγύρω είσαι
δεν μπορεί
έτσι ξαφνικά κι απαρέγκλιτα
έτσι «για πάντα»
να χάθηκες
Εσύ που ήσουν το
κέντρο του σύμπαντος κόσμου
το φως, η σκιά μου
η σκιά σου
πάντοτε και παντού
βαριά
και καθοριστική,
μεγαλειώδης.

Να μου ξανάρχεσαι.

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2005

3 Δεκέμβριος 2009 7:42 πμ

ΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

ΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Για να σε θυμηθεί
βρίσκεται εδώ
είκοσι μέτρα σε μια τρύπα
κάτω απ’ τη γη
ζηλεύει το χώμα
που σε σκέπασε
ποθεί τα λουλούδια
εκείνα τα άσπρα γαρίφαλα
και ύστερα τις ντάλιες
που σου ‘φερε μετά
φυσάει σαν τον φιλάργυρο
τα σεντόνια σας
και στο παράθυρο
όλο κοιτά
τα σφαλισμένα σου παντζούρια.
Μόνο στο όνειρο ανοίγουνε
Γίνονται πάλι όπως τα ξέρει’
Φωτεινά.
Γι’ αυτά τα σφαλισμένα σου
παράθυρα
βρέθηκε εδώ για να μιλήσει
απόψε
εκείνη, θα τ’ ανοίξει πάλι
τα παράθυρα
κι αν χρειαστεί
θα χτιστεί κι η ίδια
σ’ αυτή τη νέα
χάρτινή της ιστορία.

Αλλ’ όμως τα παράθυρα
θ’ ανοίξουν
οπωσδήποτε

Παρασκευή 8 Ιουλίου, 2005, μεσημέρι

ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟΥ

ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟΥ

«όλα λάμπουν, σου λέω, όπως τα μάτια σου όταν ξέρω
πως θέλεις να μου γλύψεις τα χείλη».
Ακόμα τη θυμάσαι, σε ρώτησα’
μα όμως ποτέ δεν την ξέχασα’
ούτε κι εδώ που ήρθα πια
και θα μείνω.
Εδώ θα μείνω. Εδώ που ήρθα’
για πάντα.
«Θεέ μου, πώς λάμπουν όλα! Όπως όταν ήμουν παιδί.
Να πέσω στα γόνατα;»
Μα είσαι στα γόνατα!
Πώς να στο πω’ στα γόνατα
θα είσαι για πάντα.
Κι αυτό το ερωτηματικό
έχει γίνει θαυμαστικό εδώ και καιρό.

Δευτέρα 5 Δεκ. 2005, Θεσσαλονίκη, Πανόραμα

3 Δεκέμβριος 2009 7:41 πμ

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟ

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟ

Όλοι σε κλάψαμε.
Και ο καθένας μας, για κάτι άλλο.
Άλλος, γιατί ήσουν φίλος καρδιακός
Οι περισσότεροι, γιατί ήσουν ο γιατρός τους
Εκείνη η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά
επειδή ήσουν ο άντρας της
Οι συγγενείς, επειδή «έτσι είθισται»
Οι γείτονες, επειδή φοβήθηκαν
αν δεις φωτιά στου γείτονα το σπίτι…
Κανένας δεν μπορούσε, όμως, να καταλάβει γιατί πλάνταζα
Γιατί σαν την τρελή μαζεύω ακόμα,
χρόνια, μήνες, μέρες,
σπυρί- σπυρί και σαν το ζητιανάκι από παντού
και πού να φανταστούν εξάλλου
τον ολοφυρμό της μισοτελειωμένης κίνησης
Όχι, δεν αποχαιρετιστήκαμε σωστά.
Κι ετούτο τον καημό, κανένας δεν θα μπορέσει
τελικά να καταλάβει.

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2005
Η τέταρτη μέρα μετά από την φυγή του Σπύρου.

3 Δεκέμβριος 2009 7:40 πμ

Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…