Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Για μερικούς ο θάνατος είναι άντρας, και μάλιστα καπετάνιος: «Ω! Θάνατε, γερο-καπετάνιε, ήρθε η ώρα! Βίρα τις άγκυρες!» γράφει ο Μπωντλαίρ. Για άλλους πάλι είναι γυναίκα, και μάλιστα αγαπημένη: «Αυτή η ιδέα του Θανάτου ήρθε και κατοίκησε μέσα μου οριστικά, όπως θα έκανε ένας έρωτας», γράφει ο Προύστ. «Όχι πως αγαπώ το Θάνατο, τον απεχθάνομαι. Αλλά έχοντας πρώτα κατά καιρούς σκεφτεί το θάνατο σαν μια γυναίκα που δεν έχουμε ακόμη αγαπήσει, τώρα η σκέψη αυτή έχει εισχωρήσει στο βαθύτερο στρώμα του μυαλού μου τόσο ολοκληρωτικά ώστε δεν μπορώ να ασχοληθώ με κάτι χωρίς αυτό να διαπεραστεί πρώτα από την ιδέα του θανάτου».
σελ.142-143

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Αυτό είναι λοιπόν ο θάνατος; Αυτό που αρχίζει όταν τελειώνουν οι λέξεις;»
Και ποια να ‘ταν η τελευταία τους λέξη τελικά; Του μπαμπά και του Άγγελου, λένε, ότι τις έχει πνίξει το κύμα. Πώς γίνεται, όμως, να πνίγεται η τελευταία σου λέξη, μου λες;
Και ποια ήταν εντέλει;
σελ.142

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ:

«Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ» του Άμος Όζ, Μετάφραση από τα Εβραικά: Λουίζα Μιζάν, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 183.

«Να λοιπόν οι κυριότερες ερωτήσεις: Γιατί γράφεις; Γιατί γράφεις ειδικά μ’ αυτό τον τρόπο; Σ’ ενδιαφέρει να επηρεάζεις τους αναγνώστες σου, και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση επιδιώκεις να τους κατευθύνεις;…
Είσαι στρατευμένος συγγραφέας και αν ναι, υπέρ τίνος; Οι ιστορίες σου είναι αυτοβιογραφικές ή δημιουργήματα της φαντασίας σου;…
Και θα μπορούσες, σε παρακαλούμε, να μας εξηγήσεις εν συντομία και με δικά σου λόγια τι ακριβώς θέλεις να πεις στο τελευταίο σου βιβλίο;»
Παρότι ο συγγραφέας γνωρίζει τις ερωτήσεις του αναγνωστικού του κοινού και τις προτάσσει μάλιστα στις δυο πρώτες σελίδες, εν τούτοις, πρόθεσή του δεν είναι να απαντήσει σ’ αυτές. Αλλά απλώς γενναία και γενναιόδωρα να μας τραβήξει την κουρτίνα.
Αντί να μας απαντά, μπουκίτσα- μπουκίτσα σε ό,τι ο καθένας ρωτά, αποφασίζει εντελώς θαρραλέα να μας τα κάνει γνωστά, όλα.
Επιλέγοντας ως ήρωα στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η νύχτα του συγγραφέα» τον εαυτό του ή έναν συγγραφέα. Κι ακολουθώντας τα εσωτερικά βήματά του- για ένα οκτάωρο- με ακρίβεια εντομολόγου ή ανατόμου.
Χωροταξικά η ιστορία διαδραματίζεται στο Τελ- Αβίβ, κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής νύχτας, στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Ο συγγραφέας είναι καλεσμένος σε λογοτεχνική βραδιά και αποφασίζει να μας πάρει μαζί του: στις σκέψεις του, στις κινήσεις του, στα διλήμματα και στις αντιρρήσεις του, στις ερωτικές επιθυμίες και τις αναστολές του, στην έμπνευσή του, στις φαντασιακές εικόνες του που θα μπορούσαν και να αποτελέσουν τη μαγιά για μια καινούργια ιστορία. Στην ζωή και στην έμπνευσή του.
«Υπάρχουν οι πλάγιες απαντήσεις και υπάρχουν οι απαντήσεις υπεκφυγής. Απαντήσεις απλές και ευθείες δεν υπάρχουν», σκέφτεται παρατηρώντας τα πόδια της σερβιτόρας. Σταμάτησε στο μικρό καφενείο για να σκοτώσει την ώρα του πιο πολύ αλλά στο μεταξύ στήνει στο νου του μια ολόκληρη ιστορία. Σκιαγραφώντας με διάφανο, αόρατο μελάνι εκεί, την πρώτη της αγάπη, σε ηλικία μόλις δεκαέξι χρονών με τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα της ομάδας Μπνέι Γεούντα, τον Τσάρλι. Την λένε Ρίκι, έτσι αποφασίζει να την πει, κι ο Τσάρλι την προδίδει με τη Λούσι που είχε βγει Μις Νερό, διότι έτσι το θέλει. Ακολουθεί τη σκέψη της, τις ιδέες της, την προδομένη καρδιά, τις παράτολμες επιθυμίες: «Φιλία μεταξύ γυναίκας και άντρα δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση: αν υπάρχει μεταξύ τους χημεία, δεν μπορεί να υπάρξει φιλία. Κι αν δεν υπάρχει χημεία, τότε δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ τους τίποτα. Ανάμεσα όμως σε δύο κοπέλες, και ειδικά ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει και απογοητευτεί αρκετά από τους άντρες, και μάλιστα ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει από τον ίδιο άντρα… μήπως τελικά άξιζε τον κόπο να βρω κάποτε αυτή τη Λούσι;»
Όμως, παρότι «στην πραγματικότητα δεν είναι έτοιμος για τη συνάντηση και δεν ξέρει τι θα απαντήσει στις ερωτήσεις», πηγαίνει και γίνεται ένας απ’ αυτούς. Παρατηρώντας με οξυδέρκεια τους παρουσιαστές του, το αναγνωστικό κοινό, τον χώρο, τα όσα συμβαίνουν και όσα υπαινίσσονται. Τους αφήνει να μιλούν σα να τον ξέρουν χρόνια, λες και γνωρίζουν τα πάντα γι’ αυτόν, τους επιτρέπει να κάνουν υποθέσεις. Κοιτάζοντας τους εξάλλου επιχειρεί κι εκείνος τα δικά του συγγραφικά σενάρια, «ο συγγραφέας μοιάζει να τους κλέβει τα πορτοκάλια από τις τσέπες, ενώ εκείνοι είναι βυθισμένοι στα άδυτα του έργου του με την καθοδήγηση του ειδικού στη λογοτεχνία».
Υπάρχουν στιγμές που ασφυκτιά: «Γιατί ήρθες απόψε εδώ; Ρωτάει ο συγγραφέας τον εαυτό του, τι ψάχνεις;, η θέση σου είναι στο σπίτι, μπροστά στο γραφείο σου, ή ξαπλωμένος πάνω στο χαλί να αποκρυπτογραφείς τα σχήματα στο ταβάνι. Ποιος σκοτεινός δαίμονας σε σπρώχνει ξανά και ξανά να στριμώγνεσαι σε παρόμοιες συγκεντρώσεις; Αντί να βρίσκεσαι τώρα εδώ, θα μπορούσες, για παράδειγμα, να κάθεσαι και να απολαμβάνεις μέσα στην ησυχία του δωματίου σου την εκατοστή έκτη καντάτα, με την επονομασία «Actus Tragicus». Ή θα μπορούσες να έχεις γίνει μηχανικός και να σχεδιάζεις σιδηροδρομικές γραμμές που θα διασχίζουν εδάφη ορεινά και σκληρά, όπως ονειρευόσουν όταν ήσουν μικρός να γίνεις όταν μεγαλώσεις».
Αλλά βρίσκεται εκεί και είναι πια συγγραφέας, υποχρεωμένος να υποστεί έως τον πάτο αυτή τη βραδιά, να περπατήσει στο δρόμο και να φλερτάρει την όμορφη Ρούχαλε Ράζνικ που τόσο ωραία διαβάζει, συνεχίζοντας τα σενάρια επάνω στις άγνωστες ζωές των άλλων. Και θα γυρίσει σπίτι ενώ ακόμα είναι σκοτάδι πυκνό. Αναλογιζόμενος ότι ίσως τελικά και ν’ «αξίζει ν’ ανάβει κανείς το φως πού και πού και να κοιτάζει τι συμβαίνει τριγύρω». Κι ότι «το αύριο έγινε ήδη σήμερα, ξαφνικά».
Ένα μαγευτικό, εσωτερικό, συγγραφικό ταξίδι σχεδόν… εργαστηρίου. Το παράλληλο σύμπαν που ακολουθεί τον συγγραφέα ακόμα κι όταν βρεθεί εκτός ιστορίας. Η καθημερινότητα και η όντως ζωή που επιτρέπει να γεννιέται αυτή καθ’ εαυτή η ιστορία.
Με εξομολογητική διάθεση, εσωτερική ατμόσφαιρα, υπαινικτικές σιωπές και κουβέντες που μετεωρούνται ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία. Μια ιστορία που αποδεικνύει ότι μπορεί κάλλιστα η τέχνη να τροφοδοτεί τη ζωή και η ζωή την τέχνη. Διότι στεγανά δεν υπάρχουν τελικά, ούτε και για τον αναγνώστη. Πόσο μάλλον για τον συγγραφέα.
Ενδεχομένως το πιο εσωτερικό, αυτοβιογραφικό και αποκαλυπτικό βιβλίο του Άμος Όζ, συγγραφέα. Διότι οι ιστορίες του βρίσκονται παντού, κυκλοφορούν ελεύθερα, αδέσποτες και ανεξέλεγκτες στο κεφάλι μας αλλά κι ανάμεσα στους άλλους.
σελ. 136-139

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Ούτε μια κλειδαριά’ που να μην ξεκλειδώνει ο χρόνος.

«Οι συγγραφείς πεθαίνουν άραγε λιγότερο από τους υπόλοιπους ανθρώπους; Οι θάνατοί τους θα ήταν ακόμη πιο οριστικοί αν κανένας απ’ αυτούς δεν ήταν αξιομνημόνευτος έτσι ώστε να καταχωριστεί ή να επινοηθεί; Εκείνος που γράφει δεν περιμένει την αθανασία από τους μελλοντικούς του αναγνώστες. Θα ξεχαστεί – ή δεν θα ξεχαστεί, γρήγορα ή αργά. Δεν έχει μεγάλη σημασία: δεν είναι αυτό που τον ωθεί στη γραφή. Δεν μπαίνει σ’ αυτό τον κόπο για τους ζωντανούς που θα επέλθουν αλλά για τους νεκρούς που προηγήθηκαν».
σελ.140

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Από καθυστέρηση σε καθυστέρηση μια ζωή διάβασε χίλια τόσα βιβλία. Αλλά η εξήγηση, όχι, τελικά δεν ήταν εκεί.
Παρ’ ότι, πολλές ήταν οι φορές εκείνες που νόμισε ότι την βρήκε. Τι ακριβώς έγινε τότε; Γιατί τόσες πολλές διαδρομές; Πώς είναι δυνατόν να φεύγεις για να ξεφύγεις από κάτι, κι όπου κι αν πας, όσα χιλιόμετρα κι αν διανύσεις, όσα παπούτσια, τελικά, κι αν λειώσεις, εκείνο που αποφεύγεις, πάλι και πάλι να συναντάς;
Αλλά πώς ακριβώς το είπε ο Πουανκαρέ, η ζωή αρέσκεται στις επαναλήψεις; Και σ’ ένα πεπερασμένο σύμπαν όλο την ίδια σκηνή θα συναντάς.
Κι αυτό το σπίτι, αυτό ακριβώς είναι: ένα πεπερασμένο σύμπαν.
Και γι’ αυτό ξαναβρέθηκε εδώ. Για να παίξει το παιχνίδι των κατόπτρων. Και για να ξεδιαλύνει το είδωλο από το όντως πρόσωπο, μια και καλή.
σελ.113

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Γράφω για μένα. Δεν υπάρχει πια κανείς.

Είναι ολομόναχη, Δευτέρα μεσημέρι, αρχές Απρίλη. Έχει επιστρέψει χίλια χρόνια μετά, για να μάθει γιατί τόσο περιπλανήθηκε. Πώς έγινε ο Κανένας εκείνη που γεννήθηκε Όμηρος, Πριγκίπισσα, δέντρο αμετακίνητο, αιωνόβιο, βουνό.
Πριν γίνει βαρκούλα, πεταλούδα, φύλλο, γράμμα, τίποτα, φτερό.
Στον άνεμο.

Άνοιγε μετά από 35 ολόκληρα χρόνια ένα επτασφράγιστο σπίτι: σαν Μυστικό.
Της επιτρέπεται πια, σκέφτηκε, προτού επιστρέψει. Αφού έφυγαν όλοι. Αλλ’ έμεινε αυτή και βασανιστικά, δεν τους ξεχνά. Τους θυμάται ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ξεχάσει. Και δεν μπορεί να ξεχάσει επειδή δεν μπορεί να θυμηθεί. Επίκτητη μνήμη η ζωή της. Και τώρα που γύρισε, καλά- καλά, δεν μπορεί να καλοξεχωρίσει: εάν γύρισε για να ξεχάσει ή για να θυμηθεί.
Όπως και να ‘ναι, το έχει ήδη αποφασίσει. Για να τραβήξει μπροστά, θα πρέπει πρώτα ν’ ανέβει τον δικό της αγνοημένο Γολγοθά είδ’ αλλιώς έτσι θα σπαράζει για πάντα: σ’ ένα δίχτυ που αγνοεί σε ποια θάλασσα βρίσκεται ή σε ποια στεριά.
Τα δεδομένα της ζωής της, σ’ άλλο βιβλίο, άλλη σελίδα.
σελ.110-111

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Διότι ο Χαρούκι Μουρακάμι και πάλι καταπιάνεται με τα μέγιστα υπαρξιακά, αντιπαραθέτοντας στον θάνατο και ανατέμνοντας (τι άλλο;) το αντίπαλον δέος, τη σεξουαλικότητα και τον έρωτα. Ξεφλουδίζοντας με τρόπο μεταφυσικό και φιλοσοφικό το κουκούτσι της ίδιας τελικά της ζωής, αποφεύγοντας να μας δώσει «την αλήθεια» (υπάρχει;) λουκουμάκι στο πιάτο: «Ο θάνατος υπάρχει, όχι ως το αντίθετο της ζωής αλλά ως μέρος της. Ζώντας καθένας τη ζωή του, τρέφουμε το θάνατο. Μα όσο κι αν αυτό είναι αλήθεια, δεν είναι μια μόνο από τις αλήθειες που πρέπει να μάθουμε. Ο θάνατος της Ναόκο με δίδαξε κάτι ακόμα: δεν υπάρχει αλήθεια ικανή να γιατρέψει τη λύπη μας για την απώλεια ενός αγαπημένου πλάσματος. Δεν υπάρχει ούτε αλήθεια ούτε εντιμότητα ούτε δύναμη ούτε καλοσύνη ούτε τίποτα που να μπορεί να γιατρέψει αυτή τη λύπη. Πρέπει να την αντέξουμε ως το τέλος και να μάθουμε κάτι απ’ αυτή. Μα ό,τι κι αν μάθουμε, δεν θα μας βοηθήσει την επόμενη φορά που μια παρόμοια λύπη θα έρθει να μας συντρίψει απροειδοποίητα».
σελ.101-102

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Έτσι θα εξαφανιστεί και η Σουμίρε για κάποιο διάστημα, σαν Λάικα ή Σπούτνικ αφήνοντας πίσω τι άλλο; Γραπτά ίχνη. Δυο έγγραφα διότι όπως γράφει «ήταν πάντα έτσι, από τότε που ήμουν μικρή. Όταν δεν καταλάβαινα κάτι, μάζευα τις λέξεις που βρίσκονταν σκόρπιες στα πόδια μου και τις έβαζα τη μία δίπλα στην άλλη σε προτάσεις. Εάν αυτό δεν βοηθούσε, τις ξανασκόρπιζα και τις μάζευα πάλι με διαφορετική σειρά. Όταν το επαναλάμβανα αυτό αρετές φορές, έφτανα στο σημείο να σκέφτομαι όπως οι άλλοι άνθρωποι. Δεν δυσκολευόμουν ποτέ να γράψω για τον εαυτό μου. Άλλα παιδιά μάζευαν πετραδάκια ή βελανίδια. Εγώ έγραφα. Με την ίδια φυσικότητα που ανέπνεα, σκάλιζα στο χαρτί τη μία πρόταση μετά την άλλη. Και σκεφτόμουν».
Τακτική που αφορά και τον ίδιο τον Μουρακάμι, όπως κατ’ επανάληψη έχει εξομολογηθεί.
σελ.97

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Πόσο πονάμε όταν χαλάμε ό,τι πιο πολύ αγαπάμε; Και γιατί, άραγε, να σπάμε, εκείνα ακριβώς που αγαπάμε πιο πολύ;
σελ.93

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

«ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ» του Στέφαν Τσβάιχ, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδ. «Άγρα», σελ. 128

«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».
Η «Σκακιστική νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ είναι αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από το, ούτως ή άλλως, μεταθανάτιο αριστούργημά του (δημοσιεύτηκε στη Στοκχόλμη το 1943, μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε αυτοεξόριστος). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει και ως το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.
Η μόλις 120 σελίδων αλληγορική συγγραφική παρτίδα που διαδραματίζεται επάνω σε ένα πλοίο και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατορθώνει και περικλείει μέσα από την προσωπικότητα (και την ιστορία) των δύο σκακιστών μονομάχων, όλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα αδιέξοδα αυτής της σκοτεινής εποχής.
Διότι στο πλοίο, από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, μαζί με αρκετούς ευρωπαίους επιβάτες οι οποίοι φεύγουν μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού επιζητώντας καταφύγιο αυτοεξόριστοι στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ταξιδεύει και ο Μίρκο Τσέντοβιτς, ο σκοτεινός, άξεστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Θα τον αντιμετωπίσουν, κατ’ αρχάς, σε μια παρτίδα χωρίς διέξοδο, όλοι οι σκακιστές του πλοίου. Στην τελευταία παρτίδα τους σχεδόν τον νικούν, υπό την καθοδήγηση του δρ Μπ. Ενός ευαίσθητου διανοούμενου δικηγόρου που επέζησε της τρέλας και του εγκλεισμού χάρη σε ένα σκακιστικό βιβλίο. Παίζοντας φανταστικές παρτίδες πάλι και πάλι με τον αντίπαλο εαυτό:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».
Κατανοώντας ταυτοχρόνως και όλο το σχιζοφρενικό του εγχειρήματος:
«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Αναγνωρίζοντας πως: «Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Παρ’ όλ’ αυτά όμως:
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Η σωτηρία γι’ αυτόν ήρθε με την με την μορφή ενός βιβλίου, κι ο συγγραφέας θα κάνει αυτές τις περιγραφές, αριστοτεχνικά:
«Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: ένα ΒΙΒΛΙΟ! Τέσσερις μήνες είχα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου και στην ιδέα και μόνο πως θα μπορούσα να δω λέξεις αραδιασμένες τη μια μετά την άλλη, γραμμές ολόκληρες, σελίδες, φύλλα, στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσα να διαβάσω νέες, αλλιώτικες σκέψεις, σκέψεις άλλων ανθρώπων, να τις παρακολουθήσω νοερά και να ξεχαστώ, ένιωσα μεθυσμένος και ταυτόχρονα ναρκωμένος».
«Μια ηδονή που χρονοτριβούσε επίτηδες και γαργαλούσε ευχάριστα να νεύρα μου: βυθίστηκα λοιπόν στην ονειροπόληση και προσπαθούσα να φανταστώ τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που είχα κλέψει, τι είδους βιβλίο θα προτιμούσα εγώ. Προπάντων έπρεπε να είναι πυκνοτυπωμένο, να έχει πολλά- πολλά γράμματα, πολλές- πολλές λεπτές σελίδες, για να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Κι έπειτα ευχόμουν να δω μπροστά μου ένα έργο που θα απαιτούσε μεγάλη διανοητική προσπάθεια από μέρους μου. Όχι κάτι ελαφρύ κι εύκολο, αλλά κάτι που θα μπορούσε κανείς να το αποστηθίσει, ποίηση, ας πούμε, και το προτιμότερο θα ήταν- τι τολμηρό όνειρο!- Γκαίτε ή Όμηρος».
Αλλά και η παραφορά θα προκύψει απ’ το ίδιο βιβλίο. Διότι ο αντίπαλος εαυτός είναι, εν τέλει, ο πλέον επικίνδυνος εαυτός. Κι ο ναζισμός, μια μορφή αντίπαλου εαυτού για τον βιεννέζο συγγραφέα ενδεχομένως να ήταν. Ο οποίος και τον συνέτριψε, τελικά.
Ένα λιτό, καλομετρημένο (ούτε σιωπή δεν περισσεύει), σαν καλομελετημένη παρτίδα σκακιού, μικρό αριστούργημα. Ψυχογράφημα ταυτοχρόνως και βαθύτερη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Παιγνιώδες σαν θρίλερ, σκοτεινό και αντιφατικό σαν ανθρώπινη ψυχή. Προφητικό, για τον ίδιο το συγγραφέα του. Εφόσον, όταν γράφουμε, εντέλει υπογράφουμε με τον πιο βαθύ μας, σοφό, παντογνώστη, προφήτη εαυτό. Τελειώνοντάς το αδημονούσα να μάθω σκάκι! Επειγόντως!

σελ. 85-88
Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…