Και η ελιά που φυτέψανε κάτω από το πρεβάζι μαζί, τώρα ξερή.
Θυμάται το βλέμμα της μαμάς της, κι όμως, μπορεί ως και να πάρει όρκο’ το πώς καμάρωνε τον πατέρα. Που έσκαβε, έσκαβε βαθιά. «Για να βρίσκουν τροφή οι ριζούλες». «Σαβινάκι μου, αυτή η ελίτσα να το θυμάσαι, είναι για σένα».
Απ’ το σπασμένο παράθυρο την κοιτάζει’ ξερή.
«Κυρά- Σαβίνα, τι λες, να το ξεριζώσουμε αυτό το δέντρο;»
«Ξεριζώνοντας αυτό το δέντρο είναι σα να μου ξεριζώνεται τη ζωή!»
Δεν θα το πει.
«Άστο για πείραμα, Νώντα μου! Σκάλισέ το, βάλε του λίπασμα. Θα το ποτίζω κι εγώ! Ή μάλλον όχι, κατεβαίνω τώρα, αυτό το δέντρο εγώ είμαι εκείνη που θα πρέπει να το φροντίσω».
σελ.164
Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009
Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009
Τρίτη 18 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«… Η ματαιοδοξία είναι πανταχού παρούσα: Νηστεύω από ματαιοδοξία’ κι όταν διακόπτω τη νηστεία για ν’ αποκρύψω την εγκράτειά μου απ’ τους ανθρώπους, τότε πάλι η ματαιοδοξία είναι εκείνη που με οδηγεί να το κάνω, επειδή θεωρώ σοφό τον εαυτό μου. Η ματαιοδοξία με πλημμυρίζει όταν φορώ ωραία ενδύματα, αλλά και όταν ντύνομαι φτωχικά, πάλι από ματαιοδοξία το κάνω’ αρχίζω να ομιλώ, τούτο συμβαίνει επειδή είμαι ματαιόδοξος, αλλά κι όταν σωπαίνω, αυτή είναι που νίκησε πάλι. Όπως και να την πετάξεις αυτή την τρίαινα, τα δόντια της πάντα προς τα πάνω θα είναι ορθωμένα…»
Διαβάζει Ταρκόφσκι όπως άλλος θα διάβαζε «Εκκλησιαστή» ή το «Γεροντικό». Διαβάζει Ταρκόφσκι, παρ’ ότι της βάζει δύσκολα μια ζωή.
«Αυτός που προδίδει έστω και μια φορά τις αρχές του, χάνει την αγνότητα της σχέσης του με τη ζωή. Το να εξαπατά κανείς τον εαυτό του, είναι σα να παραιτείται από τα πάντα, από την ταινία του, από τη ζωή του»…
Κοιτάζει πίσω της.
Και η ζωή, μια ατέλειωτη σειρά από προδοσίες.
Και η επιστροφή της σ’ αυτό το σπίτι; Ματαιοδοξία ή Ειμαρμένη;
σελ. 274
Διαβάζει Ταρκόφσκι όπως άλλος θα διάβαζε «Εκκλησιαστή» ή το «Γεροντικό». Διαβάζει Ταρκόφσκι, παρ’ ότι της βάζει δύσκολα μια ζωή.
«Αυτός που προδίδει έστω και μια φορά τις αρχές του, χάνει την αγνότητα της σχέσης του με τη ζωή. Το να εξαπατά κανείς τον εαυτό του, είναι σα να παραιτείται από τα πάντα, από την ταινία του, από τη ζωή του»…
Κοιτάζει πίσω της.
Και η ζωή, μια ατέλειωτη σειρά από προδοσίες.
Και η επιστροφή της σ’ αυτό το σπίτι; Ματαιοδοξία ή Ειμαρμένη;
σελ. 274
Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Σαν τον Μονταίνιο που του έμελλε έως την ύστατη ζωή να γράψει, αυτό που ονειρευόταν να ψελλίσει μια ζωή
«όμως η παράξενη μοίρα του να πρέπει να γράψει αυτό που δεν ήταν δυνατόν να ειπωθεί δεν υπήρξε άλλωστε η ίδια του η ζωή; Τι σημαίνει λοιπόν να γράφεις, αν όχι το να ανατρέχεις στην πένα για να κάνεις τους άλλους να σε ακούσουν λίγο, με τους φόβους σου, τις επιθυμίες σου, τις σκέψεις σου, τα συναισθήματά σου; Τι άλλο είναι από το να μιλάς στο χαρτί επειδή η γλώσσα σου είναι κομμένη ή επειδή κανείς δεν σ’ ακούει;»
σελ. 172
«όμως η παράξενη μοίρα του να πρέπει να γράψει αυτό που δεν ήταν δυνατόν να ειπωθεί δεν υπήρξε άλλωστε η ίδια του η ζωή; Τι σημαίνει λοιπόν να γράφεις, αν όχι το να ανατρέχεις στην πένα για να κάνεις τους άλλους να σε ακούσουν λίγο, με τους φόβους σου, τις επιθυμίες σου, τις σκέψεις σου, τα συναισθήματά σου; Τι άλλο είναι από το να μιλάς στο χαρτί επειδή η γλώσσα σου είναι κομμένη ή επειδή κανείς δεν σ’ ακούει;»
σελ. 172
Κυριακή 16 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Γράφουμε γιατί είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε», σκέφτεται. «Αγαπάμε γιατί νοσταλγούμε ένα Θεό. Κάθε βιβλίο μια αποτυχία. Κάθε έρωτας, μια φυγή. Μπορούμε να φέρουμε κάτι εις πέρας μόνο με κόλπα, μπορούμε να ζήσουμε μόνο πλαγίως. Δεν βρισκόμαστε ποτέ εκεί που νομίζουμε. Ο πόθος μας είναι ταγμένος στην αλητεία. Η θέλησή μας δεν έχει κανένα βάρος. Εν τούτοις καμιά φορά μας έρχονται νέα από το αιώνιο. Τα φώτα που πέφτουν σ’ ένα πρόσωπο. Ο κεραυνός που χτυπάει το μελάνι…»
Έτσι ακριβώς εισέβαλε και ο Άγγελος στη δική της ζωή:
σαν κεραυνός που
χτυπάει το μελάνι.
σελ.165
Έτσι ακριβώς εισέβαλε και ο Άγγελος στη δική της ζωή:
σαν κεραυνός που
χτυπάει το μελάνι.
σελ.165
Σάββατο 15 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Ν’ αποθαρρύνεσαι, να τολμάς, να ‘σαι οργισμένος,
γενναιόδωρος, τσιγκούνης, σκληρός, τρυφερός,
γερός, ετοιμοθάνατος, νεκρός, ζωντανός,
πιστός, προδότης, ανδρείος, θαρραλέος…
Να ‘σαι μακριά απ’ την καλή σου ταραγμένος,
Χαρούμενος, θλιμμένος, αλαζόνας, ταπεινός,
Θυμωμένος, ατρόμητος, δειλός,
Ικανοποιημένος, καχύποπτος, θιγμένος…
Τα μάτια μπρος το ψέμα να κλείνεις
Να ξεχνάς τη χαρά, τη λύπη να κυνηγάς
Δηλητήριο για γλυκό ποτό να πίνεις…
Τον παράδεισό σου μέσα σε μια κόλαση ν’ αναζητάς
Τη ζωή και την ψυχή σου για μια πλάνη να δίνεις…
Όποιος το γνώρισε το ξέρει: αυτό σημαίνει ν’ αγαπάς».
«Εσύ αγαπάς με το κορμί σου κι εγώ με το κεφάλι μου» ήθελε να του πει για να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα.
Φούνες ο Μνήμων αυτή, αυτός πλάκα αρνητική στου Αβερόη την Απορία. Εκείνη με τις ιλιγγιώδεις λεπτομέρειες μιας μνήμης τρομακτικής κι εκείνος σοφός μέσα στην πλήρη κι απόλυτη άγνοιά του. Να χάνεται στο τίποτα αυτή, ενώ γνωρίζει τα πάντα. Κι αυτός να βρίσκει τα πάντα, την ώρα που ούτε το πρόσωπό του να δει στον καθρέφτη πια δεν μπορεί.
«… κοιτάχτηκε στον μεταλλικό καθρέφτη. Δεν ξέρω τι είδαν τα μάτια του’ κανένας ιστορικός δεν έχει περιγράψει τις γραμμές του προσώπου του. Ξέρω ότι εξαφανίστηκε ξαφνικά, σαν να χτυπήθηκε από βολή άπυρη φλόγας…»
Στον καθρέφτη που τ’ άφησε το σημείωμα.
σελ.153 -154
γενναιόδωρος, τσιγκούνης, σκληρός, τρυφερός,
γερός, ετοιμοθάνατος, νεκρός, ζωντανός,
πιστός, προδότης, ανδρείος, θαρραλέος…
Να ‘σαι μακριά απ’ την καλή σου ταραγμένος,
Χαρούμενος, θλιμμένος, αλαζόνας, ταπεινός,
Θυμωμένος, ατρόμητος, δειλός,
Ικανοποιημένος, καχύποπτος, θιγμένος…
Τα μάτια μπρος το ψέμα να κλείνεις
Να ξεχνάς τη χαρά, τη λύπη να κυνηγάς
Δηλητήριο για γλυκό ποτό να πίνεις…
Τον παράδεισό σου μέσα σε μια κόλαση ν’ αναζητάς
Τη ζωή και την ψυχή σου για μια πλάνη να δίνεις…
Όποιος το γνώρισε το ξέρει: αυτό σημαίνει ν’ αγαπάς».
«Εσύ αγαπάς με το κορμί σου κι εγώ με το κεφάλι μου» ήθελε να του πει για να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα.
Φούνες ο Μνήμων αυτή, αυτός πλάκα αρνητική στου Αβερόη την Απορία. Εκείνη με τις ιλιγγιώδεις λεπτομέρειες μιας μνήμης τρομακτικής κι εκείνος σοφός μέσα στην πλήρη κι απόλυτη άγνοιά του. Να χάνεται στο τίποτα αυτή, ενώ γνωρίζει τα πάντα. Κι αυτός να βρίσκει τα πάντα, την ώρα που ούτε το πρόσωπό του να δει στον καθρέφτη πια δεν μπορεί.
«… κοιτάχτηκε στον μεταλλικό καθρέφτη. Δεν ξέρω τι είδαν τα μάτια του’ κανένας ιστορικός δεν έχει περιγράψει τις γραμμές του προσώπου του. Ξέρω ότι εξαφανίστηκε ξαφνικά, σαν να χτυπήθηκε από βολή άπυρη φλόγας…»
Στον καθρέφτη που τ’ άφησε το σημείωμα.
σελ.153 -154
Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Μόνο με σκληρή αγωγή βγαίνει πέρα η ζωή. Το άλογο ανέχεται τα καρφιά γιατί τα πέταλα προφυλάσσουν. Μερικά ζώα τρώνε πέτρες για να χωνέψουν. Το χταπόδι δε διστάζει να χάσει ένα ή δυο πλοκάμια του για να διαφύγει τον κίνδυνο. Και η χελώνα φυλακίζεται σε ένα στερεό καύκαλο για να ζήσει. Καρφιά, πέταλα, πέτρες, κομμένα πλοκάμια και καύκαλα είναι γεμάτη η ανθρώπινη ζωή. Αλλά αν το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι ντυμένοι τη λεοντή της νύχτας θα γνωρίσουμε καλύτερα τη μέρα, αυτή η σκέψη θυμίζει μάλλον φίδι στην τρύπα του παρά δίδαγμα».
Όταν το έλαβε, της εξομολογήθηκε, έκανε «μπρρρρρρρ!»
Όμως ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά καρφιά, πέταλα, πέτρες, καύκαλα και κομμένα πλοκάμια.
Ένα κομμένο πλοκάμι του τώρα κι αυτή.
σελ.165
Όταν το έλαβε, της εξομολογήθηκε, έκανε «μπρρρρρρρ!»
Όμως ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά καρφιά, πέταλα, πέτρες, καύκαλα και κομμένα πλοκάμια.
Ένα κομμένο πλοκάμι του τώρα κι αυτή.
σελ.165
Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Για να παρηγορηθεί, θα πρέπει να ξαναθυμηθεί τον παράδεισο’ στα χέρια του, στο βλέμμα του, στην ανάσα του, στα αποσπάσματα που της απόμειναν και επειδή «τίποτα δεν μπορεί να μπει εκεί μέσα αφού τα πάντα βρίσκονται ήδη εκεί». Έτσι «όταν λέμε πώς κάποιος μπήκε στον κήπο της ουσίας, εννοούμε πως ο εαυτός του κάηκε ολοκληρωτικά κι έτσι από ‘κει που ήταν κάτι έγινε τίποτα και τώρα πια μπορεί να μπει ανενόχλητα αφού μόνο το τίποτα χωράει μέσα εκεί» για να τον ξαναβρεί, θα πρέπει ως τίποτα να τον αρνηθεί και να την αρνηθεί.
σελ.155
σελ.155
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Η οργή έχει και τα προνόμιά της» υποστηρίζει ο Κόμης του Κεντ στον σαιξπηρικό βασιλιά Ληρ, αλλά η Σαβίνα, οργή, ποτέ της δεν έχει νοιώσει.
Θυμάται τον Μοράβια: «Οι άνθρωποι διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: σ’ εκείνους που όταν αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα θέλουν να σκοτώσουν και σε κείνους που θέλουν να σκοτωθούν».
σελ.264
Θυμάται τον Μοράβια: «Οι άνθρωποι διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: σ’ εκείνους που όταν αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα θέλουν να σκοτώσουν και σε κείνους που θέλουν να σκοτωθούν».
σελ.264
Τρίτη 11 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Κούκλα που να λέει «σ’ αγαπάω, μαμά» έχει δει πρόσφατα μια’ στη βιτρίνα.
Με τον Άγγελο, δεν ανταλλάσσουν κούκλες και λούτρινα ζωάκια χαζά αλλά φράσεις, τον πρώτο καιρό, και κατόπιν βιβλία.
«Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας» (Φ.Πεσσόα).
σελ.152-153
Με τον Άγγελο, δεν ανταλλάσσουν κούκλες και λούτρινα ζωάκια χαζά αλλά φράσεις, τον πρώτο καιρό, και κατόπιν βιβλία.
«Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας» (Φ.Πεσσόα).
σελ.152-153
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…
άγρυπνη νύχτα μου…
Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
►
2012
(4)
- ► Ιανουαρίου (4)
-
►
2011
(24)
- ► Φεβρουαρίου (6)
- ► Ιανουαρίου (9)
-
►
2010
(8)
- ► Φεβρουαρίου (1)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2009
(110)
- ► Δεκεμβρίου (23)
- ► Σεπτεμβρίου (12)
- ► Φεβρουαρίου (8)
- ► Ιανουαρίου (6)
-
►
2008
(31)
- ► Δεκεμβρίου (5)
- ► Σεπτεμβρίου (19)