«Δεν σου έδωσα ούτε πρόσωπο, ούτε τόπο που να είναι δικός σου, ούτε κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ω Αδάμ, έτσι ώστε το πρόσωπό σου, τον τόπο και τα χαρίσματά σου να τα θελήσεις να τα κερδίσεις και να τα κατακτήσεις ο ίδιος. Η Φύση κλείνει άλλα είδη μέσα σε νόμους που εγώ θέσπισα. Αλλά εσύ, που κανένα όριο δεν περιορίζει, με τη διαιτησία σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύθηκα, ορίζεις μόνος τον εαυτό σου. Σε τοποθέτησα στο κέντρο του κόσμου, για να μπορείς καλύτερα να θωρείς όσα περιέχει ο κόσμος. Δεν σ’ έκανα ούτε ουράνιο ούτε γήινο ούτε θνητό ούτε αθάνατο, ώστε εσύ, μόνος ελεύθερος, σαν ένας καλός ζωγράφος ή ένας άξιος γλύπτης να τελειώσεις μόνος σου τη δική σου μορφή.
σελ. 207
Κυριακή 30 Αυγούστου 2009
Σάββατο 29 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Είναι κάποια γεγονότα στη ζωή του καθενός μας που είναι καρμικά».
Θυμάται τον Αισχύλο, την πρόβλεψη που του είχε γίνει ότι θα πέθαινε από κάτι που θα του έπεφτε στο κεφάλι Απέφευγε σπίτια, πόλεις, δέντρα και βράχια, για να σκοτωθεί τελικά απ’ το καβούκι μιας χελώνας που ξέφυγε από τα νύχια ενός αετού.
Θυμάται και τον Περίανδρο, έναν απ’ τους επτά σοφούς. Που, σ’ ένα ξέσπασμα οργής, πιστεύοντας τις κατηγορίες που του λεν οι ερωμένες του, σκοτώνει την έγκυο γυναίκα του, χτυπώντας την μ’ ένα σκαμνί. Κι ύστερα, βάζει να κάψουν στην πυρά τις ερωμένες τους. Και σα να μην έφτανε όλο αυτό, η μάνα του, όντας ερωτευμένη μαζί του, ω ναι, όλα μπορούν να συμβούν σ’ αυτή τη ζωή, τον πείθει πως μια πολύ ωραία γυναίκα εκφράζει την βαθιά της επιθυμία να του δοθεί. Προυπόθεση, το απόλυτο σκότος και η σιωπή. Αλλά κάποια μέρα, υποκύπτοντας στον πειρασμό να δει αυτή τη σαγηνευτική ερωτευμένη, σηκώνει την λάμπα και την φωτίζει «τη σωστή στιγμή». Επιθυμεί τότε να την σκοτώσει, αλλά μη μπορώντας τελικά να το κάνει, τρελαίνεται, και η μητέρα του αυτοκτονεί. Εκείνος, επιθυμώντας ο θάνατός του να παραμείνει μυστήριο, διατάζει δυο νεαρούς να βγουν τη νύχτα από ένα κρυφό μονοπάτι, να σκοτώσουν τον πρώτο περαστικό και να τον θάψουν και τους πληρώνει γι’ αυτό. Κατόπιν διατάσσει μια μικρή στρατιά ν’ ακολουθήσει εκείνους, να τους σκοτώσουν και να τους θάψουν και τους πληρώνει γι’ αυτό.
Εκείνος, σκοτώνεται κυνηγώντας τους πληρωμένους από τον ίδιο δολοφόνους του. Κρατώντας για πάντα κρυφό έναν αληθινό κι έναν ψεύτικο τάφο και έχοντας την εντύπωση πως έτσι σκοτώνει τον ίδιο τον θάνατο.
σελ.193-194
Θυμάται τον Αισχύλο, την πρόβλεψη που του είχε γίνει ότι θα πέθαινε από κάτι που θα του έπεφτε στο κεφάλι Απέφευγε σπίτια, πόλεις, δέντρα και βράχια, για να σκοτωθεί τελικά απ’ το καβούκι μιας χελώνας που ξέφυγε από τα νύχια ενός αετού.
Θυμάται και τον Περίανδρο, έναν απ’ τους επτά σοφούς. Που, σ’ ένα ξέσπασμα οργής, πιστεύοντας τις κατηγορίες που του λεν οι ερωμένες του, σκοτώνει την έγκυο γυναίκα του, χτυπώντας την μ’ ένα σκαμνί. Κι ύστερα, βάζει να κάψουν στην πυρά τις ερωμένες τους. Και σα να μην έφτανε όλο αυτό, η μάνα του, όντας ερωτευμένη μαζί του, ω ναι, όλα μπορούν να συμβούν σ’ αυτή τη ζωή, τον πείθει πως μια πολύ ωραία γυναίκα εκφράζει την βαθιά της επιθυμία να του δοθεί. Προυπόθεση, το απόλυτο σκότος και η σιωπή. Αλλά κάποια μέρα, υποκύπτοντας στον πειρασμό να δει αυτή τη σαγηνευτική ερωτευμένη, σηκώνει την λάμπα και την φωτίζει «τη σωστή στιγμή». Επιθυμεί τότε να την σκοτώσει, αλλά μη μπορώντας τελικά να το κάνει, τρελαίνεται, και η μητέρα του αυτοκτονεί. Εκείνος, επιθυμώντας ο θάνατός του να παραμείνει μυστήριο, διατάζει δυο νεαρούς να βγουν τη νύχτα από ένα κρυφό μονοπάτι, να σκοτώσουν τον πρώτο περαστικό και να τον θάψουν και τους πληρώνει γι’ αυτό. Κατόπιν διατάσσει μια μικρή στρατιά ν’ ακολουθήσει εκείνους, να τους σκοτώσουν και να τους θάψουν και τους πληρώνει γι’ αυτό.
Εκείνος, σκοτώνεται κυνηγώντας τους πληρωμένους από τον ίδιο δολοφόνους του. Κρατώντας για πάντα κρυφό έναν αληθινό κι έναν ψεύτικο τάφο και έχοντας την εντύπωση πως έτσι σκοτώνει τον ίδιο τον θάνατο.
σελ.193-194
Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Να επεξεργαστώ ανεπαίσθητα αυτή τη διόρθωση. «Τον ίδιο τον εαυτό μου διορθώνω», έλεγε ο Yeats, «όταν διορθώνω τα έργα μου».
Και έτσι βλέποντας και ξαναβλέποντας ακριβώς το ίδιο πλάνο, είναι σα να διορθώνω την ίδια την σκηνή.
«Για ποια μαμά σου, επιθυμείς να σου μιλήσω, όπως την έβλεπα τότε ή με τα μάτια μου τα τωρινά;»
«Μια είναι η μαμά, Αρετή, και τότε και τώρα και μια και μοναδική η σκηνή».
«Αλλάζουν οι άνθρωποι και οι σκηνές μέσα στα χρόνια, αλλού το φως, αλλού οι σκοτεινιές τους πια και μας ακολουθούν. Μπορώ να σου μιλήσω για τα παλιά, μόνο με αυτό που έχω γίνει. Και μ’ ό,τι έχεις γίνει μπορείς να τ’ ακούσεις κι εσύ.
Με ό,τι έχουμε βλέπουμε, με ό,τι είμαστε! Και μεσ’ στον χρόνο γινόμαστε άλλοι κι εμείς».
Σταυρώνει τα χέρια, στωικά, λες και πρόκειται να πεθάνει. Τόσο ήρεμη, τόσο αθεράπευτα ήρεμη, τόσο αθεράπευτα ήρεμη πια.
«Η Ελένα ήταν ένα ζωντανό ζωηρό πλάσμα. Γεμάτο νεύρο, ταλέντο, φωνή. Ζωγράφιζε θεικά κάτι μυστήρια τοπία που θύμιζαν σπαζοκεφαλιές. Στα κλαδιά- αν το πρόσεχες- κρύβονταν τέρατα, στη θάλασσα, χαμένοι μέσα στα κύματα εραστές. Στη στέγη, αν κρατούσες τη ζωγραφιά σε ορισμένη θέση πλαγίως, ξεπετιούνταν πουλιά. Τα σφαλιστά παράθυρα, άνοιγαν πού και πού για λίγους κι από το τζάκι ξεπηδούσε φωτιά.
Στη συστάδα των δέντρων καιροφυλακτούσαν φαντάροι, ο άντρας μου ορκιζόταν ληστές «εγώ μόνο έναν πύργο ζωγράφιζα», ισχυριζόταν εκείνη.
Αλλά το ίδιο γινόταν και όταν ζωγράφιζε εραστές. Απ’ τα μαλλιά της, κάμπιες γίνονταν πεταλούδες, στα χέρια του κρατούσε βρύσες, μολύβια, μελανοδοχεία, καρδιές.
Στο παλτό του αντί για κουμπί, μια χελώνα. Στη ζακέτα της, ανεμώνες και νεκροί εραστές.
Θάμβος και φρίκη, όπως και στη ζωή της, στους πίνακές της βαδίζανε χέρι με χέρι. Το ίδιο γινόταν και όταν την άκουγες να παίζει μουσική.
Έργα γνωστά, Σοπέν, Ραβέλ, Μπαχ και Μότσαρτ που, όσο κυλούσαν γίνονταν δικά της, στην αρχή τρυφερά, θωπευτικά, παραμυθένια, μυθικά.
Για να καταλήξουν φόβος και τρόμος, ο απόλυτος εφιάλτης, αφού προχωρώντας τα πλήκτρα στο πιάνο, από κάποιο σημείο και μετά, τρόμαζε κι αυτή.
«Αρετή μου, ούτε κι εγώ ξέρω από πού ξεπηδά αυτή η αλλόκοτη μουσική. Την ακούω και θέλω δεν θέλω, την ακολουθώ και την παίζω. Το ίδιο ακριβώς μου συμβαίνει και με τη ζωγραφική.
Σπιτάκια, βουνά και λίμνες χαράζω. Με έκπληξη βλέπω κατόπιν να ξεπροβάλουν σκηνές.
σελ.213-214
Και έτσι βλέποντας και ξαναβλέποντας ακριβώς το ίδιο πλάνο, είναι σα να διορθώνω την ίδια την σκηνή.
«Για ποια μαμά σου, επιθυμείς να σου μιλήσω, όπως την έβλεπα τότε ή με τα μάτια μου τα τωρινά;»
«Μια είναι η μαμά, Αρετή, και τότε και τώρα και μια και μοναδική η σκηνή».
«Αλλάζουν οι άνθρωποι και οι σκηνές μέσα στα χρόνια, αλλού το φως, αλλού οι σκοτεινιές τους πια και μας ακολουθούν. Μπορώ να σου μιλήσω για τα παλιά, μόνο με αυτό που έχω γίνει. Και μ’ ό,τι έχεις γίνει μπορείς να τ’ ακούσεις κι εσύ.
Με ό,τι έχουμε βλέπουμε, με ό,τι είμαστε! Και μεσ’ στον χρόνο γινόμαστε άλλοι κι εμείς».
Σταυρώνει τα χέρια, στωικά, λες και πρόκειται να πεθάνει. Τόσο ήρεμη, τόσο αθεράπευτα ήρεμη, τόσο αθεράπευτα ήρεμη πια.
«Η Ελένα ήταν ένα ζωντανό ζωηρό πλάσμα. Γεμάτο νεύρο, ταλέντο, φωνή. Ζωγράφιζε θεικά κάτι μυστήρια τοπία που θύμιζαν σπαζοκεφαλιές. Στα κλαδιά- αν το πρόσεχες- κρύβονταν τέρατα, στη θάλασσα, χαμένοι μέσα στα κύματα εραστές. Στη στέγη, αν κρατούσες τη ζωγραφιά σε ορισμένη θέση πλαγίως, ξεπετιούνταν πουλιά. Τα σφαλιστά παράθυρα, άνοιγαν πού και πού για λίγους κι από το τζάκι ξεπηδούσε φωτιά.
Στη συστάδα των δέντρων καιροφυλακτούσαν φαντάροι, ο άντρας μου ορκιζόταν ληστές «εγώ μόνο έναν πύργο ζωγράφιζα», ισχυριζόταν εκείνη.
Αλλά το ίδιο γινόταν και όταν ζωγράφιζε εραστές. Απ’ τα μαλλιά της, κάμπιες γίνονταν πεταλούδες, στα χέρια του κρατούσε βρύσες, μολύβια, μελανοδοχεία, καρδιές.
Στο παλτό του αντί για κουμπί, μια χελώνα. Στη ζακέτα της, ανεμώνες και νεκροί εραστές.
Θάμβος και φρίκη, όπως και στη ζωή της, στους πίνακές της βαδίζανε χέρι με χέρι. Το ίδιο γινόταν και όταν την άκουγες να παίζει μουσική.
Έργα γνωστά, Σοπέν, Ραβέλ, Μπαχ και Μότσαρτ που, όσο κυλούσαν γίνονταν δικά της, στην αρχή τρυφερά, θωπευτικά, παραμυθένια, μυθικά.
Για να καταλήξουν φόβος και τρόμος, ο απόλυτος εφιάλτης, αφού προχωρώντας τα πλήκτρα στο πιάνο, από κάποιο σημείο και μετά, τρόμαζε κι αυτή.
«Αρετή μου, ούτε κι εγώ ξέρω από πού ξεπηδά αυτή η αλλόκοτη μουσική. Την ακούω και θέλω δεν θέλω, την ακολουθώ και την παίζω. Το ίδιο ακριβώς μου συμβαίνει και με τη ζωγραφική.
Σπιτάκια, βουνά και λίμνες χαράζω. Με έκπληξη βλέπω κατόπιν να ξεπροβάλουν σκηνές.
σελ.213-214
Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Ανεβαίνοντας επάνω, φωνές από κοριτσάκια που παίζουν:
«- Μ’ αγαπάς, Κλειώ;
- Σ’ αγαπώ.
- Μέχρι πού;
- Μέχρι τον ουρανό.
- Δε μου φτάνει. Θέλω κάτι πιο πολύ.
- Τι είναι πιο πολύ απ’ τον ουρανό;
- Η Γη. Θέλω να μ’ αγαπάς μέχρι τη Γη.
- Υπόσχομαι να σ’ αγαπώ μέχρι τη Γη, είπε η Κλειώ.
- Για πάντα;
- Για πάντα!»
Από το παιδικό της δωμάτιο. Η μία, είναι η δική της φωνή. Αλλά δεν ξέρει ποια είναι η Κλειώ. Στη ζωή της, ποτέ, καμία Κλειώ.
Και εννοείται,
κανένα «Για Πάντα».
Ανοίγει την πόρτα του παιδικού της δωμάτιου.
Κανείς.
«- Όταν χαμογελάς, φεύγει το μαράζι, έλεγε η μαμά της.
- Τι είναι το μαράζι, μαμά;
- Μαράζι είναι η λύπη όταν χάνεις αυτό που αγαπάς.
- Αυτό που αγαπώ θέλω να μείνει για πάντα εδώ».
Ακούει την φωνή της. Τότε. Αλλά τώρα πια καταλαβαίνει και τι ακριβώς είναι «το μαράζι».
σελ.222-223
«- Μ’ αγαπάς, Κλειώ;
- Σ’ αγαπώ.
- Μέχρι πού;
- Μέχρι τον ουρανό.
- Δε μου φτάνει. Θέλω κάτι πιο πολύ.
- Τι είναι πιο πολύ απ’ τον ουρανό;
- Η Γη. Θέλω να μ’ αγαπάς μέχρι τη Γη.
- Υπόσχομαι να σ’ αγαπώ μέχρι τη Γη, είπε η Κλειώ.
- Για πάντα;
- Για πάντα!»
Από το παιδικό της δωμάτιο. Η μία, είναι η δική της φωνή. Αλλά δεν ξέρει ποια είναι η Κλειώ. Στη ζωή της, ποτέ, καμία Κλειώ.
Και εννοείται,
κανένα «Για Πάντα».
Ανοίγει την πόρτα του παιδικού της δωμάτιου.
Κανείς.
«- Όταν χαμογελάς, φεύγει το μαράζι, έλεγε η μαμά της.
- Τι είναι το μαράζι, μαμά;
- Μαράζι είναι η λύπη όταν χάνεις αυτό που αγαπάς.
- Αυτό που αγαπώ θέλω να μείνει για πάντα εδώ».
Ακούει την φωνή της. Τότε. Αλλά τώρα πια καταλαβαίνει και τι ακριβώς είναι «το μαράζι».
σελ.222-223
Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Τα γράμματά της. Μικρά, συνεχόμενα, διακριτικά, σκοτεινά. Στην πρώτη σελίδα:
«Δεν είναι συνηθισμένη στην ευτυχία» είπε. «Με φοβίζει».
«Τι θα σε βοηθούσε;» Δεν έδωσε καμία απάντηση σε αυτό και μια νύχτα ψιθύρισε: «Αν πέθαινα. Τώρα που είμαι ευτυχισμένη. Θα το έκανες αυτό; Δεν θα χρειαζόταν να με σκοτώσεις. Πες «πέθανε» και θα πεθάνω. Δεν με πιστεύεις; Τότε προσπάθησε, προσπάθησε, προσπάθησε, πες «Πέθανε» και θα με δεις να πεθαίνω».
Κι από κάτω:
«Όμως εγώ που σ’ αγαπώ τόσο πολύ δεν πρόκειται ποτέ να στο κάνω. Εγώ που σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου. Πολύ».
σελ.231
«Δεν είναι συνηθισμένη στην ευτυχία» είπε. «Με φοβίζει».
«Τι θα σε βοηθούσε;» Δεν έδωσε καμία απάντηση σε αυτό και μια νύχτα ψιθύρισε: «Αν πέθαινα. Τώρα που είμαι ευτυχισμένη. Θα το έκανες αυτό; Δεν θα χρειαζόταν να με σκοτώσεις. Πες «πέθανε» και θα πεθάνω. Δεν με πιστεύεις; Τότε προσπάθησε, προσπάθησε, προσπάθησε, πες «Πέθανε» και θα με δεις να πεθαίνω».
Κι από κάτω:
«Όμως εγώ που σ’ αγαπώ τόσο πολύ δεν πρόκειται ποτέ να στο κάνω. Εγώ που σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου. Πολύ».
σελ.231
Τρίτη 25 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Ώρες- ώρες το ‘κανε πείραμα. Γέμιζε φούχτες με λέξεις και τις πετούσε ατάκτως, τις έφτυνε, στ’ άσπρο χαρτί, στη ζωή.
Μ’ έκπληκτα μάτια τις έβλεπε αγάπες και φιλίες να γίνονται, ιστορίες περιπαθείς, τρυφερές, θλιβερές.
Βάσανο που γίνεται βάλσαμο. Και η πρωταρχική κραυγή, μοίρα που επέλεξε στα κρυφά, πεπρωμένο.
Χαρτιά μιας τράπουλας που της μοιράστηκαν χωρίς να τη ρωτήσουν αν παίζει αλλά στο πώς θα στηθεί το παιχνίδι, την τελευταία λέξη θα την έχει πάντοτε αυτή.
Κάπως έτσι γεννήθηκε κάποια στιγμή η Αντιγόνη της «Αναζητώντας μια Μαρία». Από τη νύχτα, ένα κομμάτι μαύρο βελούδο που επιθυμούσε διακαώς να ξεφύγει’ να υψωθεί: από τη μοίρα της, τη μάνα της, το φύλο, την εποχή, την πατρίδα. Η ζωή της, μια τελεία στην άκρη, στο άγραφο ακόμα χαρτί.
Ο Νικηφόρος ήρθε από τα έγκατα και στα έγκατα μετέβη. Αναρωτούμενος μέχρι εσχάτων «Να τα μετράω τα χρόνια ή να μην τα μετρώ»; Άμμος ο Χρόνος στα δάχτυλα και του γλιστράει. Άμμος και η αγάπη για την Όλγα, για τη ζωή.
Η Μάγια, πυγολαμπίδα τη νύχτα, μπέρδεψε τα αινίγματα. Μη διακρίνοντας εν τέλει ότι «το αίνιγμα του άλλου» είμαι πάντοτε εγώ. Το μεγαλύτερο αίνιγμα. Ο μέχρις εσχάτων, άγνωστος τελικά, εαυτός.
Η Αγγελική υπήρξε πιο τυχερή. Παρότι εξ’ αρχής φάνηκε ως η μεγάλη άτυχη. Αλίκη, στην χώρα των παιδικών της θαυμάτων, επέζησε τελικά των αντικατοπτρισμών. Αριάδνη, που το βρίσκει το νήμα και θα ξεφύγει κάποια στιγμή απ’ το σπίτι του Αστερίωνα. «Οι κούκλες δεν κλαίνε», αλλ’ η Σαβίνα μπορεί και να το ορκιστεί: όλες οι δικές της έκλαψαν, και με λυγμούς μάλιστα, κάποια στιγμή.
Η Λίλια δεν θα σταματήσει ποτέ να αποχαιρετά το παραμύθι της, εξάλλου πώς; Το παραμύθι είμαστε εμείς. Και ο Βλαδίμηρος, σφετεριστής της αγάπης κι εκείνου του άλλου, ως «σύννεφο με τα παντελόνια» κάποια στιγμή θ’ αναληφθεί.
«Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα» ποτέ δεν θα μεγαλώσει. Καλύτερα, σκέφτεται, αρκεί να μη φύγει, να μη ξεφύγει ποτέ από το θαυμαστό. Κι η Ρόζα, θα χαθεί μια για πάντα μέσα στα τριαντάφυλλα.
Κάκτος, σε σχήμα καμέλιας, τελικά.
Η Ζέλντα θα τα κάψει σαν την πεταλούδα τα χρυσά της φτερά. Και ο Σκοτ, θα πνιγεί στο μπουκάλι και στα πολλά του ταλέντα, ω ναι! Αυτό, όπως και ο Άγγελος, ήξερε να το κάνει καλά: «Ράγισε τώρα»!
αλλά όλοι μας ραγισμένα γυαλιά, πώς κολλήσαμε εξάλλου;
Ραγισμένα γυαλιά, ραγισμένη πόλη, ραγισμένη καρδιά.
σελ. 173-175
Μ’ έκπληκτα μάτια τις έβλεπε αγάπες και φιλίες να γίνονται, ιστορίες περιπαθείς, τρυφερές, θλιβερές.
Βάσανο που γίνεται βάλσαμο. Και η πρωταρχική κραυγή, μοίρα που επέλεξε στα κρυφά, πεπρωμένο.
Χαρτιά μιας τράπουλας που της μοιράστηκαν χωρίς να τη ρωτήσουν αν παίζει αλλά στο πώς θα στηθεί το παιχνίδι, την τελευταία λέξη θα την έχει πάντοτε αυτή.
Κάπως έτσι γεννήθηκε κάποια στιγμή η Αντιγόνη της «Αναζητώντας μια Μαρία». Από τη νύχτα, ένα κομμάτι μαύρο βελούδο που επιθυμούσε διακαώς να ξεφύγει’ να υψωθεί: από τη μοίρα της, τη μάνα της, το φύλο, την εποχή, την πατρίδα. Η ζωή της, μια τελεία στην άκρη, στο άγραφο ακόμα χαρτί.
Ο Νικηφόρος ήρθε από τα έγκατα και στα έγκατα μετέβη. Αναρωτούμενος μέχρι εσχάτων «Να τα μετράω τα χρόνια ή να μην τα μετρώ»; Άμμος ο Χρόνος στα δάχτυλα και του γλιστράει. Άμμος και η αγάπη για την Όλγα, για τη ζωή.
Η Μάγια, πυγολαμπίδα τη νύχτα, μπέρδεψε τα αινίγματα. Μη διακρίνοντας εν τέλει ότι «το αίνιγμα του άλλου» είμαι πάντοτε εγώ. Το μεγαλύτερο αίνιγμα. Ο μέχρις εσχάτων, άγνωστος τελικά, εαυτός.
Η Αγγελική υπήρξε πιο τυχερή. Παρότι εξ’ αρχής φάνηκε ως η μεγάλη άτυχη. Αλίκη, στην χώρα των παιδικών της θαυμάτων, επέζησε τελικά των αντικατοπτρισμών. Αριάδνη, που το βρίσκει το νήμα και θα ξεφύγει κάποια στιγμή απ’ το σπίτι του Αστερίωνα. «Οι κούκλες δεν κλαίνε», αλλ’ η Σαβίνα μπορεί και να το ορκιστεί: όλες οι δικές της έκλαψαν, και με λυγμούς μάλιστα, κάποια στιγμή.
Η Λίλια δεν θα σταματήσει ποτέ να αποχαιρετά το παραμύθι της, εξάλλου πώς; Το παραμύθι είμαστε εμείς. Και ο Βλαδίμηρος, σφετεριστής της αγάπης κι εκείνου του άλλου, ως «σύννεφο με τα παντελόνια» κάποια στιγμή θ’ αναληφθεί.
«Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα» ποτέ δεν θα μεγαλώσει. Καλύτερα, σκέφτεται, αρκεί να μη φύγει, να μη ξεφύγει ποτέ από το θαυμαστό. Κι η Ρόζα, θα χαθεί μια για πάντα μέσα στα τριαντάφυλλα.
Κάκτος, σε σχήμα καμέλιας, τελικά.
Η Ζέλντα θα τα κάψει σαν την πεταλούδα τα χρυσά της φτερά. Και ο Σκοτ, θα πνιγεί στο μπουκάλι και στα πολλά του ταλέντα, ω ναι! Αυτό, όπως και ο Άγγελος, ήξερε να το κάνει καλά: «Ράγισε τώρα»!
αλλά όλοι μας ραγισμένα γυαλιά, πώς κολλήσαμε εξάλλου;
Ραγισμένα γυαλιά, ραγισμένη πόλη, ραγισμένη καρδιά.
σελ. 173-175
Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Οι κουκουλοφόροι, ξέρεις, δεν είναι καινούργια έκφραση. Πάντοτε υπήρξαν κουκουλοφόροι. Παντού. Σε κάθε εποχή. Και οι κουκουλοφόροι της εποχής, προηγήθηκαν των Γερμανών, αυτό αποτελεί ιστορική αλήθεια, όλοι το ξέρουν και ας σωπαίνουν, και να το ξέρεις.
Τα πρώτα θύματα, ήσαν όσοι τους αναγνώρισαν «Παιδί μου, εσύ;» Έμεινε δίπλα του η Θεία Σταματία, τον ήξερε από μικρό παιδί, στην αυλή της μεγάλωνε, ήτανε δυνατόν να μην τον αναγνωρίσει; Σα να την βλέπω να πέφτει χτυπημένη στο στήθος, μπροστά, «Αχ παιδί μου, γιατί» η τελευταία κραυγή.
Δικός μας δάκτυλος άναψε τις φωτιές, δείχνοντας: εδώ, εκεί, εκεί! Προσωπικά χρέη, λογαριασμοί παλιοί, αντιζηλίες, πολιτικές διαφωνίες, ερωτικοί ανταγωνισμοί, όλα στο ίδιο σακί.
Μικρά παιδιά, ως και μικρά παιδιά χάθηκαν σ’ αυτή την αλλόκοτη μάχη έξω απ’ τον πόλεμο.
Ο πόλεμος να ‘χει τελειώσει κι όμως, εδώ, οι άνθρωποι να χάνουν τη ζωή.
σελ.182
Τα πρώτα θύματα, ήσαν όσοι τους αναγνώρισαν «Παιδί μου, εσύ;» Έμεινε δίπλα του η Θεία Σταματία, τον ήξερε από μικρό παιδί, στην αυλή της μεγάλωνε, ήτανε δυνατόν να μην τον αναγνωρίσει; Σα να την βλέπω να πέφτει χτυπημένη στο στήθος, μπροστά, «Αχ παιδί μου, γιατί» η τελευταία κραυγή.
Δικός μας δάκτυλος άναψε τις φωτιές, δείχνοντας: εδώ, εκεί, εκεί! Προσωπικά χρέη, λογαριασμοί παλιοί, αντιζηλίες, πολιτικές διαφωνίες, ερωτικοί ανταγωνισμοί, όλα στο ίδιο σακί.
Μικρά παιδιά, ως και μικρά παιδιά χάθηκαν σ’ αυτή την αλλόκοτη μάχη έξω απ’ τον πόλεμο.
Ο πόλεμος να ‘χει τελειώσει κι όμως, εδώ, οι άνθρωποι να χάνουν τη ζωή.
σελ.182
Κυριακή 23 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Τρελαίνεται για θύελλες και καταιγίδες. Και την μαγεύουν τα πορτοπαράθυρα που χτυπούν.
Μετρώντας συχνότητα, αποκωδικοποιεί τους νεκρούς της.
Έχει δική της διάλεκτο η καταιγίδα. Όπως και η σιωπή. Και γι’ αυτό αγαπά τόσο πολύ αυτόν τον κήπο, ετούτο το σπίτι.
σελ. 233
Μετρώντας συχνότητα, αποκωδικοποιεί τους νεκρούς της.
Έχει δική της διάλεκτο η καταιγίδα. Όπως και η σιωπή. Και γι’ αυτό αγαπά τόσο πολύ αυτόν τον κήπο, ετούτο το σπίτι.
σελ. 233
Σάββατο 22 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Είναι μεσάνυχτα, κι ο Στέφανος αποκωδικοποιεί αριθμούς. Από παιδάκι αυτό που τον μάγευε, δεν ήταν τα σχήματα ή τα γράμματα, αλλά οι αριθμοί. Το ένα «1» που αδυνατούσε κατ’ αρχάς να συλλάβει: πώς η μονάδα προκύπτει, τελικά, απ’ το πουθενά; Το δυο «2», λογικότερο, αφού υπήρχε το ένα, το πέντε, το εφτά, γιατί άραγε να υπάρχει (ή μήπως όχι) μαγικός αριθμός;
Το άπειρο που είναι, τελικά, ή δεν είναι και πώς ορίζεται, με ποιο τρόπο μπορεί και να φτάσει ως εκεί;
Ο Χι και ο Ψι και τι συμβολίζουν οι ίδιοι πάντοτε για τον καθένα αναζητητή. Στις λέξεις, το ίδιο, για τον κάθε άλλο, είναι και δεν είναι.
Κάτι που ποτέ δεν καταδέχθηκε η σταθερότητα και το απόλυτο των αριθμών.
Στο σχολείο, το βλέπει, τον σέβονται αλλά και τον αποφεύγουν. Όμως, αυτός δεν είχε ποτέ του κανέναν ανάγκη, όσο υπήρχε για κείνον η αλχημεία των αριθμών: που υλοποιούσε εκ του μηδενός νόημα, ζωή, χρυσάφι, Θεό.
Έτσι κι απόψε, λοιπόν, για να μπορέσει να την ξεχάσει, υποκύπτει στων αριθμών την ουράνια μουσική.
Αλλά όλα είναι εκείνη. Και η μονάδα και το άπειρο. Κι εκείνος, μέσα στη νύχτα, ο περιττός αριθμός.
Μόνος. Κι ούτε θηρίο, ούτε Θεός.
Ας είναι, Θεώρημα άλυτο η Ελένα. Ακόμα και για τον ισχυρότερο λύτη.
Αύριο, θα της μιλήσει.
Θα την διεκδικήσει.
Τον κούρασε τόσο η μοναξιά και το αύταρκες του περιττού αριθμού.
Κουράστηκε να είναι ο περιττός.
σελ.238-239
Το άπειρο που είναι, τελικά, ή δεν είναι και πώς ορίζεται, με ποιο τρόπο μπορεί και να φτάσει ως εκεί;
Ο Χι και ο Ψι και τι συμβολίζουν οι ίδιοι πάντοτε για τον καθένα αναζητητή. Στις λέξεις, το ίδιο, για τον κάθε άλλο, είναι και δεν είναι.
Κάτι που ποτέ δεν καταδέχθηκε η σταθερότητα και το απόλυτο των αριθμών.
Στο σχολείο, το βλέπει, τον σέβονται αλλά και τον αποφεύγουν. Όμως, αυτός δεν είχε ποτέ του κανέναν ανάγκη, όσο υπήρχε για κείνον η αλχημεία των αριθμών: που υλοποιούσε εκ του μηδενός νόημα, ζωή, χρυσάφι, Θεό.
Έτσι κι απόψε, λοιπόν, για να μπορέσει να την ξεχάσει, υποκύπτει στων αριθμών την ουράνια μουσική.
Αλλά όλα είναι εκείνη. Και η μονάδα και το άπειρο. Κι εκείνος, μέσα στη νύχτα, ο περιττός αριθμός.
Μόνος. Κι ούτε θηρίο, ούτε Θεός.
Ας είναι, Θεώρημα άλυτο η Ελένα. Ακόμα και για τον ισχυρότερο λύτη.
Αύριο, θα της μιλήσει.
Θα την διεκδικήσει.
Τον κούρασε τόσο η μοναξιά και το αύταρκες του περιττού αριθμού.
Κουράστηκε να είναι ο περιττός.
σελ.238-239
Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Το μέλλον μας βασανίζει, το παρελθόν μας αλυσοδένει.
«Πολλοί θα σκότωναν για να δουν το μέλλον, μερικοί θα πεθάνουν επειδή είδαν το παρελθόν». Είναι ο τόπος ή το γεγονός, η στιγμή, που ανακαλεί τη χαμένη σκηνή μεσ’ στον χρόνο;
Το κομματάκι που ηθελημένα ή αθέλητα χάσαμε και δίχως αυτό ούτε αναπαμός ούτε απάντηση στο ερώτημα.
Και είμαστε άνθρωποι του ενός ερωτήματος, ας μη το ξεχνάμε!
σελ. 254
«Πολλοί θα σκότωναν για να δουν το μέλλον, μερικοί θα πεθάνουν επειδή είδαν το παρελθόν». Είναι ο τόπος ή το γεγονός, η στιγμή, που ανακαλεί τη χαμένη σκηνή μεσ’ στον χρόνο;
Το κομματάκι που ηθελημένα ή αθέλητα χάσαμε και δίχως αυτό ούτε αναπαμός ούτε απάντηση στο ερώτημα.
Και είμαστε άνθρωποι του ενός ερωτήματος, ας μη το ξεχνάμε!
σελ. 254
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…
άγρυπνη νύχτα μου…
Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
►
2012
(4)
- ► Ιανουαρίου (4)
-
►
2011
(24)
- ► Φεβρουαρίου (6)
- ► Ιανουαρίου (9)
-
►
2010
(8)
- ► Φεβρουαρίου (1)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2009
(110)
- ► Δεκεμβρίου (23)
- ► Σεπτεμβρίου (12)
- ► Φεβρουαρίου (8)
- ► Ιανουαρίου (6)
-
►
2008
(31)
- ► Δεκεμβρίου (5)
- ► Σεπτεμβρίου (19)