Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Ποίηση Ελένης Γκίκα,


Εγώ αντέγραψα ποιήματα! Εσείς διαβάστε την αρχή και τα σχόλια, εδώ!

ΑΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

55) ΑΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Να πάει κάπου να χωθεί
μονάχα ετούτο θέλει
χνουδάκι να γίνει
φύκι, όστρακο, ρείκι
χαμομήλι
να την αγγίζουν
να την πατούν
να την αφήνουν ήσυχη
έτσι να τους περνάει
δίπλα σαν φάντασμα
να μη μιλά
να μη γελά
να μην παίζει πια
ρόλο κανένα
Ο εαυτός της
ένα τίποτα ανακουφιστικό
Να πάει κάπου να χωθεί
πετρούλα θέλει να ‘ναι
ένα με την ξερολιθιά
να γκρεμιστεί με τον τοίχο
του αγίου Κάποτε
ή Ποτέ
Ήσυχη θέλει να είναι
δηλαδή Καμία
να μη χρειάζεται να γράφει
ιστορίες αμήχανες για να χάνεται
να μη χρειάζεται
το τραύλισμα στο ποίημα
να την ακούσει ο Θεός
και να την λυπηθεί
δίχως αυτή τη μάταιη
προσευχή της
Ν’ αναπαυτεί
χωρίς χαρτί
και δίχως άχρηστα λόγια
Να καταλάβει τι ψελλίζει
δίχως ποτέ της να το πει
στη νέα γλώσσα
την ανείπωτη
Να δει το γράμμα που αγνοεί
να σχηματίζεται
επάνω στο χαρτί
Αχειροποίητο
Και ας πεθάνει εν ανάγκη
ας στερηθεί τα πάντα
αφού έχει στερηθεί
έτσι φλύαρη βουβή
ήδη τα πάντα.

Αν έβρισκε το γράμμα….

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006

ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΤΟΠΤΡΟΥ

54) ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΤΟΠΤΡΟΥ

Πίσω απ’ το τζάμι
πρωταντίκρισε τον κόσμο
είναι δεν είναι
σαν παράσταση,
μυθιστόρημα,
όνειρο.
Πίσω απ’ το τζάμι
διάβασε τα πρώτα της
βιβλία
ψέμα, αλήθεια,
παράλληλο σύμπαν,
κόσμε μου.
Πίσω απ’ το τζάμι
έζησε μια ζωή
όπως έμαθε
να βλέπει
έρωτες, κόσμο, χρόνο,
χάδια να περνούν
Μονάχα τις ρυτίδες της
είδε ξαφνικά
μπροστά στον καθρέφτη.
Προτίμησε το τζάμι.

Είναι η θέμα, όπως και να το κάνεις, καλύτερη.


Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006

3 Δεκέμβριος 2009 8:12 πμ

ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

53) ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Απ’ το πρωί καθαρίζει
τις τύψεις, πρώτα,
σε βάθος’
Αλλού να πάτε
εδώ στερήσατε μια ζωή.
Τη νοσταλγία, κατόπιν.
με τόσο παρελθόν
πού να προλάβει
το αμήχανο παρόν
να ξεμυτίσει.
Άφησε την ελπίδα
τελευταία.
Την πιο σκληρή.
Αν έλειπε αυτή
δεν θα ‘χε σπάσει
τόσες φορές τα μούτρα της
κάτι θα είχε ζήσει
δεν θ’ άφην’ έτσι τον καιρό
άμμο, νεράκι, αεράκι
να κυλήσει.
Αυτήν θα τιμωρήσει περισσότερο
κρατώντας την φυλακισμένη
ως το τέλος.
Συνήθισε εξάλλου.

Πού να πηγαίνει πια χωρίς αυτήν….

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006

ΕΡΑΣΤΗΣ ΣΚΥΛΟΣ

ΕΡΑΣΤΗΣ ΣΚΥΛΟΣ

Ήταν γραπωμένος στη φούστα της
διέκρινε στα μαύρα μάτια του όλη την αγωνία
μάτια πιστά, εξαρτημένα
μ’ όλη την πίκρα της ανάγκης του
Αυτή το Φως,
Αυτή, Νερό
Αυτή, η αρχέγονη Πείνα του’
μια λαιμαργία υπαρξιακή
γι’ αυτό το πεταμένο κόκαλό της
για ένα της κόκαλο
δαντέλα έγινε στη φούστα της
κι αυτή να επιμένει
«στενός κορσές» πως είναι.
Στενεύει η αγάπη, άραγε;
Τη σκέψη της να φύγει
την κατάλαβε από τον κυματισμό
τη μύρισε στην μπροστινή της πιέτα
σα να σφύριξε ούριος άνεμος
τώρα θα τον αφήσει με τη φούστα σαν πανί
να βολοδέρνει
Κι αυτή γυμνή
ούτε το ύφασμα
ούτε και το παράσιτο,
αυτά τα πιστά μαύρα
αναγκεμένα μάτια
σαν του δαρμένου σκύλου

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2006, 2η μέρα στις Εκατό Χουρμαδιές

3 Δεκέμβριος 2009 8:09 πμ

O ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

O ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

Το πιο ωραίο τοπίο του κόσμου
είν’ ένα ον παράξενο’
το Α Μπάο Α Κου.
Ζει στη σκάλα του Πύργου της Νίκης
και περιμένει επισκέπτες στο κατώσκαλο.
Ελπίζει να είναι αθώοι και τολμηροί
για ν’ ανέβουν.
Στηρίζεται στο ότι δεν αφήνουν
πράγματα στη μέση να συνεχίσουν.
Αλλά για τη Νιρβάνα τους
δεν προσδοκεί
Συνήθως κουτρουβαλάει ζαρωμένο
και ούτε γάτα, ούτε ζημιά
σα να μην πέρασε καν απ’ αυτό τον κόσμο.
Το συναντάμε στο «βιβλίο των φανταστικών όντων»
κι είναι θρύλος του «Περί της Μαλαίας Μαγείας»
Στο πέρασμα των αιώνων το
Α Μπάο Α Κου έφτασε στον εξώστη του Πύργου, λένε,
μόνο μια φορά
Ένας το είδε
γαλάζιο να λάμπει σαν άστρο
τόσο πολύ
με μιαν αφή ροδάκινου
Κι αν φθάρηκαν τα σκαλοπάτια
από ορδές προσκυνητών
μονάχα ίχνη συνάντησαν οι πιο τυχεροί
και μια παράξενη γαλάζια φωτιά
ν’ αναβοσβήνει.

Όμως ποτέ δεν ήταν αρκετή.

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2006, Καθαρά Δευτέρα

3 Δεκέμβριος 2009 7:56 πμ



Το πιο ωραίο τοπίο του κόσμου
είν’ ένα ον παράξενο’
το Α Μπάο Α Κου.
Ζει στη σκάλα του Πύργου της Νίκης
και περιμένει επισκέπτες στο κατώσκαλο.
Ελπίζει να είναι αθώοι και τολμηροί
για ν’ ανέβουν.
Στηρίζεται στο ότι δεν αφήνουν
πράγματα στη μέση να συνεχίσουν.
Αλλά για τη Νιρβάνα τους
δεν προσδοκεί
Συνήθως κουτρουβαλάει ζαρωμένο
και ούτε γάτα, ούτε ζημιά
σα να μην πέρασε καν απ’ αυτό τον κόσμο.
Το συναντάμε στο «βιβλίο των φανταστικών όντων»
κι είναι θρύλος του «Περί της Μαλαίας Μαγείας»
Στο πέρασμα των αιώνων το
Α Μπάο Α Κου έφτασε στον εξώστη του Πύργου, λένε,
μόνο μια φορά
Ένας το είδε
γαλάζιο να λάμπει σαν άστρο
τόσο πολύ
με μιαν αφή ροδάκινου
Κι αν φθάρηκαν τα σκαλοπάτια
από ορδές προσκυνητών
μονάχα ίχνη συνάντησαν οι πιο τυχεροί
και μια παράξενη γαλάζια φωτιά
ν’ αναβοσβήνει.

Όμως ποτέ δεν ήταν αρκετή.

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2006, Καθαρά Δευτέρα

3 Δεκέμβριος 2009 7:56 πμ

ΡΩΓΜΕΣ ΣΕ ΣΩΜΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ

ΡΩΓΜΕΣ ΣΕ ΣΩΜΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ

Το γράμμα που λείπει
γεύση από λύπη
αφή που χάθηκε
αφού οι ρώγες στα δάχτυλα κάηκαν
κι ούτε δακτυλικό αποτύπωμα πια
στη ζωή μου απ’ το κορμί σου
μονάχα μια εξορία- ξενητιά
κι ο πόνος, ακαθόριστη οδύνη
Κι όμως κάποτε πέρασε απ’ τη ζωή μου η ηδονή
κι είχε το πρόσωπό σου.
ό,τι κάποτε είχα σώμα, ψυχή
πέρασες και το πήρες φεύγοντας
κι εκεί που ήταν κάποτε
χέρια, πόδια και στήθη
τώρα μόνον ρωγμές πια και μυικοί πόνοι

Αλήθεια αν ξαναρχόσουν
πώς θα σε γνωρίσω;

Σάββατο 4 Μαρτίου 2006, Β’ Ψυχοσάββατο,
Του Σπύρου για να βρει τον δρόμο και να ‘ρθεί.

3 Δεκέμβριος 2009 7:55 πμ

ΜΙΑ ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΜΙΑ ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Ήρθες
σαν σοκολάτα στο σκοτάδι
με ηδονή
και ενοχές
όπως είχα συνηθίσει
να παίρνω εγώ την ευχαρίστηση
Έμεινες
όσο κρατούν τα πρωτοβρόχια
πλημμύρες
τ’ ακατάσχετα νερά
Ύστερα
άρχισαν και οι ξηρασίες
σαν τον φιλάργυρο
έκρυψα κάποια κομματάκια
σοκολάτα υγείας
πικρή αυτή τη φορά
πού να χορτάσουν
την απληστία στο σκοτάδι
άβυσσος η ζωή
κάτω απ’ τα πόδια
και περνά
κι εσύ να λειώνεις
Σαν τον χιονάνθρωπο που κάποτε
μου τραγουδούσες
έφευγες
κι έλειωνες
κι εγώ να προσπαθώ να σε κρατήσω
με τη γεύση…

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2006

ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΕΙ ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΌΤΑΝ ΔΙΨΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ

ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΕΙ ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ
ΌΤΑΝ ΔΙΨΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ

Τίποτε από μένανε δεν σου ‘φτασε.
Ό,τι κι αν έκανα, ήταν το ελάχιστο
μια τόση δα σταγόνα
σε σένα που διψούσες θάλασσες
αλλά κι εγώ
στην ξηρασία μου μαράθηκα
ζητούσαμε ακριβώς το ίδιο
κάποιος για την αγάπη
να πεθάνει.
Έτσι πεθάναμε κι οι δυο.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2006
ανήμερα των Φώτων,

3 Δεκέμβριος 2009 7:54 πμ

Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…