Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Απ' την βιβλιοπαρουσίαση του Νίκου Παργινού

Απ' την βιβλιοπαρουσίαση του Νίκου Παργινού, "Με τον έρωτα περνάει ο καιρός με τον καιρό περνάει ο έρωτας".

Απ' την βιβλιοπαρουσίαση της Ιουστίνης Φραγκούλη - Αργύρη

Η Ελένη Γκίκα δεν γράφει μόνο δικά της βιβλία, αλλά στηρίζει και παρουσιάζει πολλά βιβλία και άλλων συγγραφέων!
Αυτή είναι η Ελένη Γκίκα και τα παρακάτω λόγια τα "έκλεψα" απ' το blog της Ιουστίνης:

Η πιο ωραία στιγμή

Το βράδυ της Παρασκευής δεν το φώτισαν μόνο οι υπέροχες παρουσίες των αγαπημένων προσώπων, αλλά και οι απρόσμενες κουβέντες για το βιβλίο και την υπογράφουσα αυτό. Κοκκίνησα για τους μοναδικούς λόγους που με γενναιοδωρία εξέφεραν οι πανελίστες μου. Αλλά αυτό συνολικό ΄κομμάτι της βελούδινης Ελένης Γκίκα με έκανε να νιώσω το τρέμουλο ενός μικρού κοριτσιού μπροστά στα καινούρια λευκά παπουτσάκια του Πάσχα. Θα το κρατώ κάτω απο το μαξιλάρι μου για πάντα, επειδή είναι δικό σου, επειδή με διαβάζεις μέσα έξω, επειδή θέλω να προστρέχω σ΄αυτό όταν με πληγώνουν οι συνθήκες.
Ελένη με τη βελούδινη παρουσία και τη μεταξένια φωνή Σ αγαπώ! Γιατί η αγάπη και η φιλία δεν έχουν σύνορα!!!Νικούν την απόσταση, το χρόνο.

Ιουστίνη


Αναζητώντας αενάως τον Χαμένο Παράδεισο...Της Ελένης Γκίκα

“Για την αγάπη των άλλων”, ό,τι κι αν έκανε,
για την αγάπη των άλλων μοιάζει να το 'κανε,
το σκεπτόμουν αρχίζοντας να γράφω για την Ιουστίνη

και αυτή τη φορά.

Την Ιουστίνη που γνώρισα αλλόκοτα, μυστικιστικά και παράδοξα.
Την γνώριζα ως συνάδελφο, μου είχε μιλήσει για κείνη κοινή και καλή φίλη, αλλά δεν είχε έλθει η ώρα φαίνεται.

Η ώρα έφτασε με το βιβλίο της... “Στις αγορές του κόσμου”. Ένα έργο, επίσης, αλλόκοτο και παράδοξο και νεωτερικό, όπου συνένωνε το προσωπικό με το διαχρονικό, τις ανθρώπινες ιστορίες με τα σταυροδρόμια του κόσμου. Το ψυχικό άλγος με την περιπλάνηση, το προσωπικό με το οικουμενικό, Εκανε τον ατομικό πόνο, δωρεά, και ομορφιά και μαγεία, Μεταμόρφωνε κάτι τόσο εφήμερο, σε αιωνιότητα.
Είχα γράψει, θυμάμαι, ένα μικρό σημείωμα.
Θυμάμαι τόσο καλά το βιβλίο!
Επικοινωνήσαμε. Αμέσως αισθάνθηκα ότι εδώ κάτι συμβαίνει.
Αλλά αυτό που υπήρξε τελικά αποκαλυπτικό, ήταν το διαδίκτυο και θα σας φανεί τρελό!
Εκείνη στον Καναδά κι εγώ σε μιαν ακρούλα πότε στο Κορωπί και πότε στο Χαλάνδρι.
Από το blog εκείνη, άλεφ στο δικό μου Γκόλεμ εγώ. Κι από επίσκεψη σε επίσκεψη, από σαλονάκι σε σαλονάκι, διαδικτυακό λέμε, ε? από βιβλίο σε βιβλίο, γίναμε φίλες! Καρδιάς.

Βρισκόμαστε όποτε έρχεται, αλλά είναι ωσεί παρούσα στη ζωή μου κι όταν απουσιάζει. Την νοιάζομαι και με νοιάζεται. Γενναιόδωρη απίστευτα, με ψυχικά αποθέματα θαυμαστά, το διαπίστωσα πρόσφατα στη Ρόδο σε κοινό μας ταξίδι. Οξυδερκής, δίκαιη, κομψή, ευαίσθητη, δοτική, με εκείνη την κοσμοπολίτικη αύρα.
Παντός καιρού, κυριολεκτικά.
Χαλκέντερη συνάδελφος (έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη του ρεπορτάζ και με απίστευτη πάντοτε επιτυχία) χαλκέντερη και συγγραφέας, τελικά.
Πατώντας γερά σε τρεις βασικές σταθερές: Πατρίδα, Οδύσσεια και Νόστος, Παράδοση και Ορθόδοξος Πολιτισμός.
Γνωρίζοντας καλά τις τεχνικές της γραφής, τους απαράβατους όρους: δομή, ήρωες, πλοκή, αληθοφάνεια, ατμόσφαιρα, σφαιρική αντίληψη κόσμου.
Εξάλλου, πολυταξιδεμένη, μπορεί, είναι σε θέση να έχει αντίληψη σφαιρική.
Υποτάσσοντας πάντοτε το γλωσσικό οπλοστάσιο και τα αστείρευτα εκφραστικά της μέσα, στην ιστορία.

Για την αγάπη των άλλων, πάντοτε.

Στη “Μοναξιά ενός ασυμβίβαστου” ήταν το χρέος της να διασώσει την διαδρομή, τα έργα και τις ημέρες του αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος. Και το έκανε με μέτρο και σύνεση, δίκαια και συνετά.
Στο “Πετάει, πετάει το σύννεφο” την αθανασία του ενός, την ιστορία του παππού κάνοντάς την ανθεκτική κι αλώβητη μέσα στον χρόνο.
“Στις αγορές του κόσμου” η Κωνσταντίνα της ήταν η πληγή. Για κείνην άπλωσε την καρδιά της στο Σύμπαν.
Στα “Ψηλά Τακούνια Για πάντα”, το χρέος της στη Γυναίκα. Υπογράφοντας ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα και μεταφεμινιστικό, που κατ' εμέ δεν έχει ακόμα διαγράψει όλη του τη διαδρομή στη λογοτεχνία.
Με το “Ημερολόγιο Αβάνας- Η Κούβα στο Λυκόφως του Κάστρου” επέστρεφε. Εκεί που ήλπισε, πως θα νικήσει τον Χρόνο. Κι ήταν εκείνη που νίκησε, τελικά. Διασώζοντας καλοκαίρια, ταξίδια, αναμνήσεις, ανθρώπους και μια Κούβα μέσ' απ' τα μάτια της τόσο πολύ διαφορετική! Που ίσως και να χαθεί, το πιο πιθανό δηλαδή, να χαθεί στο μέλλον. Εχει προλάβει όμως η Ιουστίνη να την διασώσει έτσι αθώα, στο βιβλίο.

Με το καινούργιο της μυθιστόρημα “Για την αγάπη των άλλων” πέτυχε το ακατόρθωτο: να διασώσει ένα μεγάλο κομμάτι Ιστορίας και Ελλάδας, κι ελληνισμού. Μέσα από μια προσωπική ιστορία και μια συγκλονιστική, τελικά, οικογενειακή σάγκα.
Η ηρωίδα της, σχεδόν αρχετυπική. Αντιγόνη. Έξυπνη, όμορφη, μορφωμένη και σίγουρα τόσο μπροστά από την εποχή, ερωτεύεται με πάθος: Τη ζωή κι έναν άνδρα. Και γνωρίζει όλα αυτά τα διαχρονικά κι αρχετυπικά της ζωής: πάθος, ελπίδα, προδοσία, και ξεκινώ ξανά απ' την αρχή, γιατί ακόμα και η ζωή του ενός, πολλαπλοί κύκλοι είναι.
Στον αντίποδα, η γαλλοτραφής, πολίτισσα, ανδρόγυνη μάνα. Αναγκασμένη εκ των συνθηκών. Τα δυο πρόσωπα της ίδιας γυναίκας τελικά, και η ζωή που δεν έζησα και για τη μία και για την άλλη.
Διότι όπως σοφά θυμάμαι είχε στην Πολίτικη Κουζίνα από την ηρωίδα που αρνιόταν τον έρωτά της επωθεί, ότι εκείνο εν τέλει που μετρά και βαραίνει είναι και όσα αρνούμαστε να ζήσουμε γιατί έτσι πρέπει. Κι εδώ επιτρέψατέ μου να κάνω μια μικρή αλλαγή, εφαρμόζοντας ένα μικρό τέχνασμα ζωής που μου έχει μάθει η καλή μου φίλη Μάρω,
αντικαθιστώντας τα πρέπει με αξίζει,
για να ξεδιαλύνουμε τη γενναιότητα από τη δειλία μας στη ζωή, την προσωπική απόφαση του ενός από την υποταγή μας στη νοοτροπία των άλλων.

Το αποτέλεσμα, μια ιστορία νομοτελειακή σαν ζωή, εξάλλου είναι ζωή. Την έψαξε κυριολεκτικά την τράβηξε από το μανίκι την συγγραφέα της αυτή εδώ η ιστορία!
Και η Ιουστίνη, που είναι πάντοτε ανοιχτή να δει την πρόκληση και να αντιδράσει με συγγραφική γενναιοδωρία σε ό,τι αξίζει, ανταποδίδει στα πολλαπλάσια εκείνη την δωρεά.
Χαρίζοντας σε μιαν οικογένεια την αθανασία στην προσωπική τους πορεία και σε μια γυναίκα τη δικαίωση και το αλώβητο χρονικά πρόσωπό της. Στην ελληνική λογοτεχνία δε, ένα κομμάτι που έλειπε: εκείνο της ξενιτιάς, με τρόπους παντοίους: η ηρωίδα της ξένη στο σπίτι της, στην οικογένειά της, στον τόπο της, στην ξένη γη, εφόσον τόσο πολύ διαφορετική αλλά κι τόσο υπεύθυνα δική τους!
Ένα μυθιστόρημα σαν παλίμψηστο που σκιαγραφεί ως τοιχογραφία εποχής, όχι μόνο τη Νίσυρο, αλλά την Ελλάδα εκείνων των χρόνων: ήθη και έθιμα, νοοτροπία και πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο, το αμερικάνικο όνειρο, όλα βρίσκονται εκεί. Με ατμόσφαιρα που σε καθυποβάλλει, με χαρακτήρες σχεδόν ψυχαναλυτικούς, με γεγονότα που υπαινίσσονται περισσότερα κι απ' όσα αφηγούνται, με μια γλώσσα αυστηρή, λιτή και συγκρατημένη κατά πως αρμόζει. Με αποδοχή τέλους σοφή, αποκαλύπτοντας όλη τη νομοτελειακή δικαιοσύνη ζωής αλλά πάνω απ' όλα το έλεος! Με ένα εντυπωσιακό φράκταλ ζωής και πως η ζωή του ενός καθορίζει και συμπαρασύρει τους άλλους. Πως η Ιστορία συμπαρασύρει και καθορίζει την ιστορία του ενός. Μια αλυσίδα που δεν γίνεται εν τέλει να κοπεί ούτε κρίκος!

Ένα βιβλίο που μας χαρίζει ένα μεγάλο κομμάτι ελληνισμού και ένα μέρος από την χαμένη ταυτότητα που τόση ανάγκη έχει ο νεοέλληνας.
Από μια συγγραφέα που γνωρίζει γλωσσικούς και λογοτεχνικούς κανόνες τόσο καλά και που σέβεται όσο κανείς ιστορία, παράδοση, γυναικεία
μοίρα.
Καθόλου τυχαία η τόσο σπουδαία μέσα σε ένα μόλις μήνα διαδρομή (νομίζω είναι στη δέκατη χιλιάδα?) και η μεγάλη και συγκινητική ανταπόκριση των αναγνωστών.
Η Ιουστίνη παρακολουθεί μέχρι εσχάτων τις ανθρώπινες διαδρομές, δικαιώνοντας λάθη, επιλογές, θυσίες και πάθη.
Σε ένα βιβλίο όπου η Αγάπη ταυτίζεται με τη Ζωή.

Ιουστινάκι μου καλό, καλοτάξιδη μάτια μου, στα σταυροδρόμια του κόσμου και με αυτό το βιβλίο. Και για άλλη μια φορά σε ευχαριστώ για τη φιλία και την εμπιστοσύνη και για τον τρόπο που εξακολουθείς να βλέπεις γλώσσα, λογοτεχνία, φιλία και Ελλάδα. Για την αγάπη σου στις ηρωίδες που δικαιώνονται έτσι ή αλλιώς, για τη ζωή που έζησαν αλλά και για κείνη που αρνήθηκαν, διότι έτσι το θέλησαν οι καιροί.
Και επειδή είμαστε, τελικά, όλοι, ό,τι κάνουμε αλλά και ό,τι δεν κάνουμε!

Να είσαι πάντα καλά, να γράφεις, να ταξιδεύεις, να μας τα αφηγείσαι και να διασώσεις ό,τι αξίζει. Όπως γνωρίζεις έτσι με γενναιοδωρία και οξυδέρκεια να κάνεις καλά!
Σε ευχαριστώ και πάλι για το ταξίδι.

Ελένη Γκίκα, Νοε 2009



Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ και ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ

Το γράμμα που λείπει....

Ελένη Γκίκα "Πλήθος είμαι"

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Άγκυρα


Από τον Μάνο Κοντολέων


Μονάχα όσοι από εμάς έχουμε τη λογοτεχνία ως τρόπο ζωής, μονάχα εμείς μπορούμε να κατανοήσουμε απόλυτα αυτό που το τελευταίο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα θέλει να τονίσει.
Γιατί το "Πλήθος είμαι" μπορεί άνετα να το διαβάσει κανείς ως ένα ενδιαφέρον και ιδιαιτέρως αισθαντικό μυθιστόρημα, μπορεί να το χαρεί ως ένα βαθιά υπαρξιακό κείμενο, μπορεί να φύγει μαζί του σε χώρους όπου ο έρωτας προσπαθεί να ταυτίσει το 'εγώ' με το 'εσύ'... Όλα αυτά ο αναγνώστης του έργου μπορεί να τα βρει, όπως βέβαια και να αναγνωρίσει την απόλυτη λογοτεχνική του ταυτότητα.
Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα -αυτό το κάτι που κατά τη γνώμη μου έκανε τη συγγραφέα να δομίσει με τέτοιο τρόπο το υλικό αφήγησής της. Κι αυτό το κάτι μόνο όσοι έχουν τη λογοτεχνία ως τρόπο ζωής μπορούν να το χαρούνε.
Το έργο αποτελείται στην ουσία από δυο είδη αφηγηματικού λόγου. Στο ένα παρουσιάζεται η ζωή, οι σκέψεις, τα συναισθήματα της ηρωίδας -είναι το κύριο μυθιστορηματικό μέρος. Το άλλο αποτελείται από κριτικές προσεγγίσεις διαφόρων βιβλίων. Είναι τα βιβλία που η ηρωίδα διαβάζει.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η Ελένη Γκίκα αυτές τις κριτικές -ίσως θα ήταν πιο σωστό να τις ανέφερα ως αναγνωστικές- προσεγγίσεις τις μετατρέπει σε στοιχεία της μυθιστορηματικής πλοκής.
Αυτά που διαβάζει η ηρωίδα τη βοηθούν να κατανοήσει τα όσα της συμβαίνουν.
Ή μήπως -και εδώ είναι που οι λάτρεις της λογοτεχνίας χειροκροτούν το συγγραφικό εύρημα- αυτά που διαβάζει είναι και εκείνα που θα καθορίσουν τα όσα θα ζήσει;
Με άλλα λόγια μια αμφίδρομη σχέση ζωής και τέχνης μας παρουσιάζει η Ελένη Γκίκα.
Το έχει κάνει κατά κάποιο τρόπο και σε προηγούμενα έργα της. Μόνο που τώρα αυτή τη συγγραφική της (ίσως και υπαρξιακή της) θέση της υλοποιεί με μαεστρία βιρτουόζου και λεπτομέρεια χειρούργου.
Οι επιλογές των έργων που πάνω τους θα στηριχτεί η ερμηνεία των πράξεων της ηρωίδας ή η εξέληξη των γεγονότων που θα ζήσει (όπως θέλει κανείς ας το δει) δεν ακολουθούν κάποιο κανόνα -δεν είναι όλα τους έργα σύγχρονα, μήτε όλα κλασικά, μήτε όλα ελλήνων συγγραφέων. Κυρίως δεν έιναι όλα της ίδιας λογοτεχνικής αξίας. Αλλά ακριβώς έτσι έπρεπε να ήταν. Γιατί ο μεγάλος λάτρης της λογοτεχνίας, αυτός που την κάνει στάση και τρόπο ζωής, δεν καθορίζει τις επιλογές του σύμφωνα με ψυχρά κριτικά κριτήρια, αλλά με γνώμονα τις εκάστοτε διαθέσεις του, τις ψυχολογικές του καταστάσεις, τα προσωπικά του βιώματα.
Έργο ασυνήθιστο, χαμηλών τόνων και έντονων σιωπών.


Η Ελένη Γκίκα είναι πεζογράφος, ποιήτρια και δημοσιογράφος.
Τη λογοτεχνική γραφή της τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερα αισθαντική χρήση των λέξεων, ενώ τα συναισθήματα των ηρώων της συχνά αγγίζουν τα όρια του υποσεινήδητου. Παράλληλα με τη λογοτεχνία εξασκεί και την κριτική, έχοντας την ευθύνη του ειδικού ένθετου της εφημερίδας 'Εθνος".
Με την ιδιότητα της υπεύθυνης της λογοτεχνικής σειράς των Εκδόσεων Άγκυρα, έχει δόσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους έλληνες συγγραφείς να δουν δημοσιευμένο το έργο τους.


Υγ. Το μεσημέρι Σαββάτου πίναμε ρακή όταν μου το είπε. Δεν το είχα πάρει είδηση. Τον Μάνο Κοντολέων (ναι, άκλητος!) θα τον θεωρούσα μέγιστο συγγραφέα και μόνο με την "Ιστορία Ευνούχου", ήταν διαβρωτική καθώς καταλαβαίνετε η παρατήρηση. Ζωή ζώσα και χάρτινη, ένα! Δεν έχω λόγια να τον ευχαριστήσω' πρωτίστως για το ξάφνιασμα. Το ίδιο ακριβώς συζητήσαμε με την Βίκυ Σάββατο μούχρωμα στη Λίμνη Μαραθώνα. Για την ζωή που την αισθάνομαι με γράμματα. Φωνήεντα, σύμφωνα... Γι' αυτά τα σημαδάκια, μπορώ να αντέξω τα πάντα. Κι οι αναγνώσεις μου, ναι Μάνο, περιστατικά ζωής, ηδονικά, οδυνηρά... οι συγγραφείς, η ιδιότυπη οικογένειά μου! Το μόνο που δεν καλοξέρω είναι αν αυτό το επέλεξα, μου επιβλήθηκε ή έτσι γεννήθηκα... Αλλά σε τούτο το ερώτημα όποιος το απαντήσει, μάλλον, καίγεται!
Ευχαριστώ, Μάνο!

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

Η ΘΥΕΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΕΝΑ

Η ΘΥΕΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΕΝΑ

Ποίημα της Ελένης Γκίκα απ' το βιβλίο

Θόλωσα, Θύελλα, Θάμβος, Θυμήθηκα...

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Από το ΛΕΞΗΜΑ


Γεννήθηκε στο Κορωπί το 1959. Εργάζεται από το 1981 σαν δημοσιογράφος (τα τελευταία δέκα πέντε χρόνια υπεύθυνη βιβλίου στο "Έθνος της Κυριακής"). Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα. Έχει την επιμέλεια της ελληνικής πεζογραφικής σειράς στην "Άγκυρα".


ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΧΑΣΕΙ…

Της Ελένης Γκίκα

Κάνει τις ίδιες κινήσεις χρόνια και χρόνια. Ειδικά τέτοια μέρα. Παίρνει τ' αμάξι της, οδηγώντας περίπου τριάντα χιλιόμετρα από βραδύς. Το φορτώνει μονάχα με τα απολύτως απαραίτητα: δυο ρουχαλάκια (ποιος, αυτή η κοκέτα, ακριβώς δυο), οπωσδήποτε το προσευχητάρι της, τον «Ρημαγμένο Απρίλη» που της είχε χαρίσει πριν την ρημάξει, ένα πακέτο τσιγάρα (το πακέτο του, Κάμελ άφιλτρα, η ίδια συνήθως δεν καπνίζει ποτέ), ένα δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο με μια κασέτα μέσα (πάντα την ίδια, την έχει κάνει κόπιες πολλές), ένα φάκελο με φωτογραφίες και γράμματα, τα «Γράμματα γενεθλίων» του Χιουζ (αυτά τ' αγόρασε μόνη της διότι κάτι της είπαν), τον φορητό υπολογιστή της, το καντηλάκι, ένα λιβανιστήρι επισμαλτωμένο με ροζ χρώματα και ένα βάζο. Τα λουλούδια θα τα αγοράσει εκεί. Ζουμπούλια πάντοτε. Να την τρελαίνουν στο άρωμα.
Εκεί, βεβαίως, όπως πάντα, που δεν θα την περιμένει κανείς.
Της αρέσει να πάει από το πουθενά το δικό της στο κάπου, να μη βιάζεται, πάντοτε με τα βήματά της κουρασμένα, μετρημένα, σχεδόν κουρδισμένα σαν του Μουρακάμι κι αυτή «το κουρδιστό πουλί». Στο ίδιο σημείο, το άλεφ της, για να κουρδίσει για άλλη μια φορά - πάντοτε τέτοια μέρα του χρόνου- το ρολόι της ζωής. Της δικής της ζωής.
Της πήρε χρόνια η αποδοχή: «κανενός το πεπρωμένο δεν είναι καλύτερο από του άλλου» και «κάθε άνθρωπος οφείλει να το σεβαστεί».
Ετσι, λοιπόν, τώρα κι αυτή: με σεβαστικά βήματα, χρόνια και χρόνια. Πιστή, προσηλωμένη θα ‘λεγε «με ευλάβεια θρησκευτική» σ' αυτό το παράξενο, για πολλούς ίσως παράλογο, εμμονοληπτικό ραντεβού.

Φτάνει πάντοτε αργά το απόγευμα. Της αρέσει να βλέπει απ' το μπαλκόνι του δωματίου που της έχουν κρατήσει την Δύση. Τον ήλιο, να γίνεται πορφυρός και μεγάλος και να χάνεται σαν κι εκείνον, στη θάλασσα. Και πάντοτε απ' το δωμάτιο 19. Δεκαεννιά χρόνια έζησε μαζί του. «Στο νου σου», επιμένει η φίλη της η Χριστίνα. Όμως εκείνη σφίγγει σαν τον φιλάργυρο τα γράμματα, χαμογελά σαν την Σφίγγα, ξοδεύεται, σχεδόν εξαντλείται σωματικά, όσες φορές προσπαθεί να τους απαντά. Δέκα χρόνια έχουν περάσει, εξάλλου, οι περισσότεροι το ξέχασαν. Σαν την κλέφτρα θα φύγει για την Συνάντηση κι αυτή.
Η δική της «γιορτή» στα μεθεόρτια κρίνεται. Όταν οι άλλοι ξεστολίζουν, εκείνη στολίζεται. Για να την καμαρώσει, έστω, για μια στιγμή. Για κείνον δεν επιτρέπει να την χαλάσει ο χρόνος. Για να μπορεί όσο και να κυλά ο καιρός να αναγνωριστεί: ίδια μαλλιά, ίδιο άρωμα, παρόμοια ρούχα. Μονάχα η μέση της φάρδυνε κάπως με τον καιρό. Μια, δυο χαρακιές, άκρη στα μάτια. Ρυάκια που απόμειναν απ' τα δάκρυα.

Την περιμένει πάντοτε ο ιδιοκτήτης στη ρεσεψιόν. Τον χαιρετά με τα μάτια, σαν παλιό συγγενή. Ανοίγοντας το γνωστό δωμάτιο, θα θυμηθεί για λίγο τη Σμίλα του Χόε, που «διαβάζει το χιόνι», να δρασκελίζει την δική της γεμάτη παρελθόν ευτυχισμένη μοναξιά. Θα εγκατασταθεί σα νοικοκυρά που απουσιάζει περίπου χρόνο. Τα λιγοστά ρούχα στη ντουλάπα, παπούτσια, τσάντα στα ράφια, στο μικρό τραπεζάκι βιβλία, φωτογραφίες, μαγνητόφωνο και υπολογιστή.
Τα μεσάνυχτα περίπου θα βάλει την κασέτα να παίξει. Η φωνή του μπάσα, κοφτή και βραχνή θα γεμίσει τον χώρο. Υποσχέσεις αγάπης και μια πρόταση που δεν ευοδώθηκε. Η δική της σχεδόν κοριτσίστικη φωνή. Να του λέει «Ναι», το ακούει καθαρά. Την ξαναρωτά, του το ξαναλέει. Όπου φτάσουμε, της λέει. Εκείνη, δεν απαντά. Για το «παντού» και το «πάντα» διψά. Μουσική υπόκρουση ένα πιάνο που παίζει και μια φωνή που προσπαθεί να τραγουδήσει Μαρινέλα «Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει». Η βραχνή φωνή του άντρα που επαναλαμβάνει μεθυσμένος, «σύνορα»… Η ανάσα του κουρασμένη, ασθματική. Οι γουλιές απ' το ποτό του, χορταστικές που τις απολαμβάνει. Η δική της μεθυσμένη «από έρωτα» φωνή…

Θα την ακούσει τρεις φορές, ούτε μία περισσότερο ή λιγότερο. Μετά, θ' αρχίσει να ξεφυλλίζει γράμματα και φωτογραφίες. Θα τα μυρίζει σαν γάτα. Θα τα χαιδεύει και θα τα γρατζουνά.
Τα κοιτάζει με έναν φακό, ιδίως εκείνου το πρόσωπο. Το απομακρύνει, μετά το βάζει όλο και πιο κοντά. Παντού μελαγχολικός, τόσο πολύ θλιμμένος, Θεέ μου, πώς δεν το είδε. Σχεδόν απών! Ναι, αν τολμούσε να το αποδεχτεί, ήδη απών. Ολοφάνερη προκαταβολικά η απουσία του στη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες δεν μας κλέβουν απλώς τη ζωή, αλλά και το αύριο, την ιστορία. Γνωρίζουν ήδη το παρακάτω. Έχουν φτάσει ως το πιο πάνω ή το πιο κάτω σκαλί.
Σ' αυτούς άρεσε η κάθοδος. Και στους δυο. Ελεύθερη πτώση, λες, σε γκρεμό.

Μαζί του θα φτάσει στον πάτο, αγόγγυστα. Εξάλλου «η πορεία του χρόνου είναι μια αλυσίδα αιτίων και αποτελεσμάτων, οπότε το να ζητήσεις μια οποιαδήποτε χάρη, όσο μικρή κι αν είναι, είναι σαν να ζητάς να σπάσει ένας κρίκος αυτής της σιδερένιας αλυσίδας, σα να ζητάς να έχει ήδη σπάσει». Ποτέ δεν βγήκε από το νου της η «Προσευχή».
Έτσι και τώρα «δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους» σα μάντρα επαναλαμβάνει ανάβοντας το καντήλι. Λιβάνι πάντοτε με άρωμα γαρίφαλο, γύρευε γιατί.
Θα στήσει δίχως κορνίζα την πιο καλή του φωτογραφία: όμορφος, Θεέ μου, κι άτρωτος σαν τους Θεούς, με ρούχα καθημερινά, γαλανά, γελαστά, ένας άγγελος.
Κάνει ακριβώς τρεις φορές κομποσκοίνι, επαναλαμβάνοντας - ποτέ «εις μνήμην»- πάντοτε «υπέρ υγείας» την ευχή. Σαν μνήσθητι. Άλλωστε αυτό ακριβώς είναι' το μνήσθητι μιας γυναίκας.
Μετά θα ξαπλώσει, θα σταυρώσει τα χέρια της και απολύτως γαληνεμένη θα αποκοιμηθεί.

Θα ‘ρθει να τηνε βρει οπωσδήποτε. Πάντοτε έρχεται. Ανοιγοκλείνει τα παράθυρα στο ιατρείο, βλέπει τα χέρια του να κινούνται στα φωτεινά, βαδίζουν μαζί στην έρημο της Πατησίων. Φορά μια πράσινη καμπαρτίνα φαρδιά, τον κρατά σφιχτά, αγκαζέ, με το χέρι στην τσέπη του.
Το πρωί θα ξυπνήσει χαράματα. Την περιμένουν, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα στο μοναστήρι. Πρόσφορο, λίγο στάρι, τα έχει φέρει μαζί. Ο παπάς τον διαβάζει παντού στους ζώντες και τεθνεώτες, έχει επιμείνει τόσο, χρόνια αυτή.
Θα σταθεί στην γωνιά, να μοιράσει το στάρι. Την ευχή την θεωρεί περιττή: «Να ζήσετε να τον θυμόσαστε».
«Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας' δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει».

Γρήγορα, σαν το νεράκι θα κυλήσει η μέρα. Σα ζωή. «Η ζωή είναι τόσο σύντομη κι εμείς ξέρουμε τόσο λίγα».
«Ποτέ δεν ξέρεις μ' αυτούς που αγαπάς: αμελείς να τους κοιτάξεις μια στιγμή, και την επόμενη στιγμή έχουν χαθεί ή έχουν σκοτεινιάσει. Ακόμα και τα δέντρα - εξάλλου- το σκάνε πού και πού, έχουν άστατες διαθέσεις».
Κατηφορίζοντας θα τον ξανασκεφτεί.
Τώρα πια ξέρει τι σημαίνει πάθος. Τι θα πει να μην βλέπεις κανέναν, ούτε τον Θεό, ούτε τον εαυτό σου, παρά μονάχα ένα πρόσωπο, αυτό του πεπρωμένου…

Αργά το βράδυ θα γυρίσει στην πόλη. Στο Κοιμητήριο δεν πηγαίνει ποτέ. Μονάχα σ' αυτή την πανσιόν, των ραντεβού τους, πάντοτε. Αν δεν θα τον βρει εκεί, δεν θα τον βρει πουθενά.
Τίποτε δεν θα ξεφορτώσει. Το μόνο που της χρειάζεται, ο υπολογιστής. Να ελέγξει τα μέιλ. Να γράψει το άρθρο. Αύριο, πρέπει να το στείλει στην εφημερίδα της, πρωί- πρωί.
Θα γδυθεί την εξαιρετική μέρα, θα ντυθεί την καθημερινή αξιοπρεπή μοναξιά και με μότο «ισχύει στην ανάγνωση ό,τι και στον έρωτα ή στον καλό καιρό: ούτε εσύ ούτε κανένας έχει λόγο. Διαβάζεις μ' αυτά που έχεις. Διαβάζεις αυτό που είσαι», θα καθίσει να γράψει. Το γνωστό της μικρό, βιβλιοφιλικό άρθρο:

ΠΟΙΟΣ ΑΠ' ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΜΑΣ ΕΠΙΝΟΗΣΕ ΤΟΝ ΑΛΛΟ
«Δεν υπάρχει χειρότερος εφιάλτης απ' το να ‘σαι σ' ένα νησί που κατοικείται από τεχνητά φαντάσματα' και το να ‘σαι ερωτευμένος με μια απ' αυτές τις εικόνες, είναι χειρότερο απ' το να ‘σαι ερωτευμένος μ' ένα φάντασμα (ίσως, όμως, και να θέλαμε πάντα το άτομο που αγαπάμε, να ‘χει την υπόσταση φαντάσματος)».
Την «Εφεύρεση του Μορέλ» του Κασάρες, την πήρα είδηση φέτος από την επανέκδοση του Πατάκη.
Την παντοδυναμία όμως, της εικόνας την βίωσα, όλοι μας την βιώνουμε διότι «αν δεν το δείξει η τηλεόραση», τίποτα δεν υπάρχει.
Και την εικονική πραγματικότητα του έρωτα, την βίωσα. Και ποιος δεν την βιώνει. Το θέμα είναι ποιος από μας καταδέχεται να την αντιληφθεί.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα… στράτα, στρατούλα γιατί πονά η διαπίστωση «κι αυτό το ένα δεν υπάρχει» (Καζαντζάκης στην «Ασκητική»).
Ο Κασάρες επινόησε τον Μορέλ που επινόησε αυτό τον απίθανο εικονικό κόσμο το 1940. Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε «συναρπαστικό θρίλερ» και «χρησμός», Προφητεύοντας «με δραματική διορατικότητα την παντοδυναμία της εικόνας» έκανε γοητευτική μυθιστορία μια προαιώνια γνώση ή απειλή: το ότι μπορεί να είμαστε «όνειρο μέσα σε όνειρο» (Σέξπιρ) ή επί πιο προσωπικού «το όνειρο Κάποιου» (Μπόρχες).
Στην αριστουργηματική ιστορία, λοιπόν, ένας κατάδικος δραπέτης (ποτέ δεν μαθαίνουμε γιατί καταδικάστηκε) καταφεύγει σε ένα νησί όπου οι πάντες φοβούνται να πλησιάσουν: πέφτουν νύχια, δέρμα, μαλλιά… Αλλ' η ζωή του είναι τόσο αφόρητη, που αποφασίζει να πάει.
Εκεί θα γνωρίσει «μία γυναίκα εκπληκτική». Κάθεται κάθε απόγευμα και κοιτάζει το ηλιοβασίλεμα στα βράχια. Φοράει στο κεφάλι μια παρδαλή μαντίλα και έχει τα χέρια της πλεγμένα γύρω από το ένα γόνατο. Από τα μάτια της, τα μαύρα της μαλλιά, το μπούστο της, μοιάζει με κάτι τσιγγάνες ή Σπανιόλες… Την λένε Φοστίν. Και είναι μόνον… εικόνα. Αυτή η γυναίκα ουσιαστικά δεν υπάρχει. Μπορεί και να πέθανε, δηλαδή. Να ζει μονάχα επειδή έκανε αυτή την εφεύρεση ο Μορέλ: μετέτρεψε τη ζωή τη ζώσα σε εικόνα ανεξίτηλη στο διηνεκές.
Ο ερωτευμένος άντρας, βεβαίως, με κάθε τίμημα θα την διεκδικήσει. Κάνοντας εικόνα και την δική του ζωή. Για να ‘ναι μαζί της «σε μια οπτασία που κανείς δε θα συλλέξει». Διότι και η ψευδαίσθηση του έρωτα δεν είναι παρά μια πράξη- τελικά- ευσπλαχνική. Επειδή μπορεί «αυτό το ένα να μην υπάρχει», αλλά είναι απαραίτητο για την δική μας ζωή. Από το τίποτα πιάνεται καμιά φορά ο άνθρωπος!

Θα το στείλει με μέιλ το επόμενο πρωί. Σα να μην έχει συμβεί απολύτως τίποτα. Πολύ Κυριακή για έναν άνθρωπο. Κορίτσι η σκέψη και την ταξίδεψε πάλι. Αλλ' όπως λέει ο Καμύ «δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση»… Όλα θα τα νικήσει, αυτή…. Στον εαυτό της το έχει υποσχεθεί.