Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Το ότι ήταν ο ίδιος ο παίχτης και το πιόνι, από εκείνο το αλλόκοτο παιχνίδι έπρεπε πρώτα να το είχε καταλάβει. Ο καμένος και ταυτόχρονα κι η φωτιά. Ο πυρπολημένος και ο πυρπολητής. Ο ψαράς και το ψάρι στο δίχτυ που σπαρταρά. Ο κυνηγός και το λαβωμένο πουλί. Ο αντικατοπτρισμός και το αντικείμενο του ειδώλου. Ποτέ συμπαγής. Με ένα νερένιο ψευδαισθησιακό, πάντα σαγηνευτικό εαυτό.
«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτε άλλο, παρά αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».

Κι όμως, δεν τονε πίστεψε! Φαινόταν τόσο ακίνδυνος, τόσο απών.
Από την ίδια του τη ζωή.
Μέχρι αυτό το βράδυ.

Ήρθε πρώτα στον ύπνο της, όπως συνήθιζε να κάνει. Ο υποσυνείδητος εαυτός πάντοτε βήματα μπροστά από τον ακόμα συνειδητό αβίωτο χρόνο.
Φορούσε το μαύρο του κοστούμι κι ήταν ολόλαμπρος, γοητευτικός κι απειλητικός, ένας Άγγελος- τιμωρός.
«Όχι εμείς δεν φταίξαμε, όμως σ’ εμένα έρχεται να ξεσπάσει το κρίμα. Κι εγώ, θα πληρώσω. Γενναία κι αγόγγυστα».
Μπροστά του τα άσπρα και μαύρα πιόνια ενός τεράστιου μαρμάρινου σκακιού: ο πύργος, ο τρελός, ο άβουλος βασιλιάς και η απολύτως προστατευμένη, η απόρθητη βασίλισσα. Με το ίδιο χέρι, αλλάζοντας θέση, κουνούσε ο ίδιος και τα μαύρα και τα λευκά. Επιτέλους πρώτη φορά αντίκριζε στην πράξη αυτό το αλλόκοτο, παρανοικό του παιχνίδι:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».

Έτσι τον έβλεπε. Ολόκληρη τη νύχτα. Με μάτια γεμάτα πυρετό να νικά τον λευκό του Εαυτό, πάλι και πάλι.

«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Το καταλαβαίνετε, φυσικά. Πόσο παράλογο είναι να θέλει να εντάξει τον Άγγελο στην «Σκακιστική νουβέλα». Σ’ ένα ταξίδι στη μέση του πουθενά για το νησί-που-τελικά-εκεί-θα-ξεχάσω-τα-πάντα. Αλλά και οι δικές της ιστορίες, τι άλλο είναι από το εδώ-μέσα-μπαίνω-γίνομαι-ο-άλλος-και-ξεχνώ-τα-πάντα; Τι άλλο από μια καθαρά-δική-της-υπόθεση-παρτίδα-σκακιού με την ίδια παίχτη και πιόνι ταυτοχρόνως και εναλλάξ;
Όμως πώς γίνεται κανείς να ονειρεύεται και ταυτοχρόνως να σκέφτεται και το δικό του όνειρο μαζί;

«Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Του το φωνάζει, αυτός το ‘χει πει ή μήπως ο εγκλωβισμένος παίχτης στον Τσβάιχ; Όμως παίζει. Μανιωδώς. Σε μια παρτίδα Ζωής και Θανάτου. Του φωνάζει. Αλλά δεν την ακούει.
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα μ’ ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Δεν την ακούει.
Σκέφτεται μόνο προφυλάσσοντας και στις δυο όχθες την βασίλισσα πάντα, κι εκείνη που πριν τον γνωρίσει άκουγε ήδη την σκέψη του, προτού ξημερώσει ήδη το ξέρει.


Θα είμαι όλοι ή κανείς’ θα είμαι ο άλλος.

σελ.81-84

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Το ότι ήταν ο ίδιος ο παίχτης και το πιόνι, από εκείνο το αλλόκοτο παιχνίδι έπρεπε πρώτα να το είχε καταλάβει. Ο καμένος και ταυτόχρονα κι η φωτιά. Ο πυρπολημένος και ο πυρπολητής. Ο ψαράς και το ψάρι στο δίχτυ που σπαρταρά. Ο κυνηγός και το λαβωμένο πουλί. Ο αντικατοπτρισμός και το αντικείμενο του ειδώλου. Ποτέ συμπαγής. Με ένα νερένιο ψευδαισθησιακό, πάντα σαγηνευτικό εαυτό.
«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτε άλλο, παρά αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».

Κι όμως, δεν τονε πίστεψε! Φαινόταν τόσο ακίνδυνος, τόσο απών.
Από την ίδια του τη ζωή.
Μέχρι αυτό το βράδυ.

Ήρθε πρώτα στον ύπνο της, όπως συνήθιζε να κάνει. Ο υποσυνείδητος εαυτός πάντοτε βήματα μπροστά από τον ακόμα συνειδητό αβίωτο χρόνο.
Φορούσε το μαύρο του κοστούμι κι ήταν ολόλαμπρος, γοητευτικός κι απειλητικός, ένας Άγγελος- τιμωρός.
«Όχι εμείς δεν φταίξαμε, όμως σ’ εμένα έρχεται να ξεσπάσει το κρίμα. Κι εγώ, θα πληρώσω. Γενναία κι αγόγγυστα».
Μπροστά του τα άσπρα και μαύρα πιόνια ενός τεράστιου μαρμάρινου σκακιού: ο πύργος, ο τρελός, ο άβουλος βασιλιάς και η απολύτως προστατευμένη, η απόρθητη βασίλισσα. Με το ίδιο χέρι, αλλάζοντας θέση, κουνούσε ο ίδιος και τα μαύρα και τα λευκά. Επιτέλους πρώτη φορά αντίκριζε στην πράξη αυτό το αλλόκοτο, παρανοικό του παιχνίδι:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».

Έτσι τον έβλεπε. Ολόκληρη τη νύχτα. Με μάτια γεμάτα πυρετό να νικά τον λευκό του Εαυτό, πάλι και πάλι.

«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Το καταλαβαίνετε, φυσικά. Πόσο παράλογο είναι να θέλει να εντάξει τον Άγγελο στην «Σκακιστική νουβέλα». Σ’ ένα ταξίδι στη μέση του πουθενά για το νησί-που-τελικά-εκεί-θα-ξεχάσω-τα-πάντα. Αλλά και οι δικές της ιστορίες, τι άλλο είναι από το εδώ-μέσα-μπαίνω-γίνομαι-ο-άλλος-και-ξεχνώ-τα-πάντα; Τι άλλο από μια καθαρά-δική-της-υπόθεση-παρτίδα-σκακιού με την ίδια παίχτη και πιόνι ταυτοχρόνως και εναλλάξ;
Όμως πώς γίνεται κανείς να ονειρεύεται και ταυτοχρόνως να σκέφτεται και το δικό του όνειρο μαζί;

«Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Του το φωνάζει, αυτός το ‘χει πει ή μήπως ο εγκλωβισμένος παίχτης στον Τσβάιχ; Όμως παίζει. Μανιωδώς. Σε μια παρτίδα Ζωής και Θανάτου. Του φωνάζει. Αλλά δεν την ακούει.
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα μ’ ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Δεν την ακούει.
Σκέφτεται μόνο προφυλάσσοντας και στις δυο όχθες την βασίλισσα πάντα, κι εκείνη που πριν τον γνωρίσει άκουγε ήδη την σκέψη του, προτού ξημερώσει ήδη το ξέρει.


Θα είμαι όλοι ή κανείς’ θα είμαι ο άλλος.
σελ.81-84

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Χωρίς να πουν λέξη, πέρασαν ο ένας δίπλα απ’ τον άλλον κι εξαφανίστηκαν μέσα στο πλήθος. Για πάντα.

«Σαν τη Μαγιού Κασαχάρα, έμεινα εγώ να σου γράφω ανεπίδοτες επιστολές μια ζωή».
Κοιτάζει βουβή τα μικρά μοβ ακατανόητα σημάδια. Ώρες- ώρες, ούτε ξέρει τι γράφει. Ακριβώς όπως και στον ύπνο της που, αγνοεί κάθε βράδυ και τι θα ονειρευτεί. Το χέρι της, όπως και τ’ όνειρό της, εάν το αφήσει ελεύθερο πάντοτε ξέρει εκείνο το που την πηγαίνει.
Θα περάσουνε μέρες για να μπορέσει ν’ ανακαλύψει άναυδη κι εκείνη η ίδια το δικό της κρυμμένο και άγνωστο «πού».
«Αυτό το «πού» που θα με φέρει σε σένα».
Γράφει. Κι ύστερα: «μα γιατί το ‘γραψα αυτό; Αφού δεν είσαι πουθενά. Ή τελικά, είσαι κάπου; Με το σκάκι σου, εμένα βασίλισσα κι αυτό το σιβυλλικό ολόμαυρο κοστούμι».
«Μονάχα αν την γράψω, την καταλαβαίνω τη ζωή» του είχε πει. Και από μέσα της «και άμα τη διαβάσω», που είναι το ίδιο. Όμως προτού του το πει, εκείνος ήδη το γνώριζε. Διότι την διάβαζε και το γνώριζε.
Την γνώριζε.
Όπως πάντα γνωρίζουμε εκείνον ή εκείνη που, εν τέλει, θα γνωρίσουμε. «Από τότε που γεννήθηκα ερχόμουν σε σένα» ποτέ δεν του το ‘πε. Από την πρώτη εκείνη ώρα το σκέφτηκε.
Και τώρα; Που εκείνος πήγε στη θάλασσα, αυτή πού θα πάει;
Ναυαγοσωστικό και ταυτοχρόνως ο περισυλλεγής ναυαγός του.
Ο Άγγελος, αλήθεια, πού έχει πάει;
σελ.89-90

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Όταν φτάνει, επιτέλους, στο εκκλησάκι έχει μουσκέψει ολόκληρη απ’ τη βροχή. Η πόρτα, ανοιχτή. Λες και την περιμένει. Μισοασβεστωμένοι οι τοίχοι, οι άγιοι σβηστοί. Μονάχα δυο αναμμένα καντήλια. Κανένα κερί. Σκύβει σκαλίζοντας τα σκουπίδια. Βρίσκει πέντε μισοκαμένα. Ένα γι’ αυτήν. Το ανάβει απ’ το αριστερό καντήλι. Το χώνει στο χώμα, ψιθυρίζει «μαμά» τρυφερά και σιγά, λες κι είναι εκεί. Ανάβει το δεύτερο, Άγγελε, σκέφτεται. Ήταν πάντα στη σκέψη της. Και τώρα, είναι σχεδόν βέβαιη, ναι, μπορεί να τον επικαλεστεί. Κι αν είναι κάπου,
αν είναι κάπου,
θα ‘ρθεί.
Εκείνο για τον πατέρα το βάζει ακριβώς κολλητά στο δικό της. Δεν τελειώνουν με τον θάνατο οι σχέσεις, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν εξηγηθεί, συγχωρεθεί. Το επόμενο είναι για τον πατέρα του. Ίσως τώρα που γύρισε, να μπορέσει να καταλάβει κάποια στιγμή.
Ίσως κάποια στιγμή να μάθει, τότε, τι είχε συμβεί.
Και σκόρπισαν έτσι στον άνεμο οι ζωές τους.

Το τελευταίο κερί είναι για τη γιαγιά. «Γιαγιάκα μου» προσεύχεται στ’ όνομά της. Από μικρό παιδί.
σελ. 62-63

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

«ΟΥΤΕ ΑΓΙΟΙ ΟΥΤΕ ΑΓΓΕΛΟΙ» του Ιβάν Κλίμα, Μετάφραση: Βικτώρια Τράπαλη, Εκδ. «Κέδρος», σελ. 307

«Κάποτε που είχα κατάθλιψη ρώτησα τον άντρα μου ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής… Σε θεμελιακό επίπεδο, δεν έχουμε πραγματικά ζωή, καθώς η διάρκεια της ύπαρξής μας είναι τόσο απειροελάχιστη συγκρινόμενη με τον κοσμικό χρόνο που δεν αφήνει ίχνη. Κι ό,τι δεν καταγράφεται, ουσιαστικά δεν υπάρχει… Ζούμε σαν να μην υπάρχουμε. Αν ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν, δε γνωρίζει τίποτα για μας, εμείς μονάχα νομίζουμε ότι ξέρουμε γι’ αυτόν. Είμαστε πολύ μικροί για να είμαστε υπολογίσιμοι…»
Αλλά παρ’ ότι δεν είμαστε υπολογίσιμοι στους «βλεφαρισμούς του Θεού», είμαστε απολύτως όσον αφορά την ιστορία, εφόσον η Ιστορία με κεφαλαίο είτε το ξέρουμε είτε το αγνοούμε ή θέλουμε να το αγνοούμε, πάντοτε καθόριζε και παράσερνε τις μικρές μας προσωπικές ιστορίες και κανένα καθεστώς δεν πέφτει χωρίς, τελικά, παράπλευρες απώλειες.
Κι ο τσέχος Ιβάν Κλίμα αυτό το γνωρίζει καλά.
σελ. 75


Στις σελίδες του μυθιστορήματος και μέσα από τις ζωές της Κριστίνα, της Γιάνα και του Γιαν, περνούν σχεδόν τα πάντα: η ιστορία της Τσεχοσλοβακίας, το μαρτυρικό εβραικό παρελθόν, η σύγχρονη πλήξη, κατάθλιψη και ανία, η ανθρώπινη μοναξιά και το αμετάκλητο του θανάτου, η Αγάπη, η Συγχώρεση, η Εξιλέωση, το μέγιστο αίνιγμα του νοήματος και του Θεού. Το θαύμα της ζωής, τελικά, για όσο και όπως. Και η ταπείνωση, η ύψιστη χριστιανική αρετή: «Καταλαβαίνω ξαφνικά ότι κανείς τους δεν ήταν ευτυχισμένος: δεν ήξεραν να ζουν μ’ αυτά που είχαν, ζητούσαν κάτι άλλο απ’ αυτό που τους πρόσφερε η ζωή. Τους έλειπε η ταπεινοφροσύνη. Το ίδιο κι εμένα: κι έτσι δεν ήμουν ικανή να συμφιλιωθώ μαζί τους, ούτε με τη ζωή μου. Πρέπει να αποδεχόμαστε τους ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν αποδεχόμαστε τις πράξεις τους». Η μέγιστη παραδοχή της Κριστίνα. Εξάλλου, όπως είπε κι η Γιάνα, στο ερειπωμένο εκκλησάκι το δίχως αγιογραφίες μοναχά με τα δυο μπλε βάζα: «Ούτε άγιοι, ούτε άγγελοι. Μονάχα δυο βάζα και τίποτε άλλο».
σελ. 77-78

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ:

Αγάπα με για να μπορέσω να μ’ αγαπήσω

«Ίσως το νόημα της ζωής για μια γυναίκα να συνίσταται μονάχα στο να ανακαλυφθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, ιδωμένη έτσι ώστε να νιώθει να ακτινοβολεί από φως».

«ΆΒΥΣΣΟΣ» της Κάρμεν Λαφορέτ, Πρόλογος: Μάριο Βάργκας Γιόσα, Μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Εκδ. «Πατάκη», σελ. 338

«Μου φαινόταν πως ήταν ανώφελο να τρέχουμε, όταν διαρκώς περνάμε απ’ τον ίδιο κλειστό δρόμο της προσωπικότητάς μας. Ορισμένοι γεννιούνται για να ζουν, άλλοι για να δουλεύουν, άλλοι για να κοιτάζουν τη ζωή. Εγώ είχα ένα μικρό και ποταπό ρόλο θεατή. Αδύνατον ν’ απαλλαγώ. Μια τρομερή κατάθλιψη ήταν για μένα το μοναδικό αληθινό πράγμα εκείνες τις στιγμές».
Με μότο το ποίημα του Ισπανού ποιητή και νομπελίστα Χουάν Ραμόν Χιμένεθ «Τίποτε», εξάλλου «Νάδα», δηλαδή «Τίποτε» στα ισπανικά υπήρξε και ο τίτλος του, μια εικοσάχρονη κοπελίτσα με ταλέντο απίστευτο, ανακαλύπτει το παν!Ήταν η πρώτη νύχτα που ταξίδευε μόνη, μα δεν ήταν τρομαγμένη. Εν αντιθέσει εύρισκε «μια συναρπαστική περιπέτεια εκείνη την ολοκληρωτική ελευθερία μες στο σκοτάδι».
σελ.65

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Αύριο, Μεγάλη Δευτέρα, θα βγει στους δρόμους, σκέφτεται. Και με μεγάλα βήματα θα δρασκελίσει το παρελθόν. Μήπως και κατορθώσει να βρει ανάπαυση το παρόν της. Αλλά για την ώρα, σκάβει, σκάβει με μένος, συρτάρι, πυξίδες, κιτρινισμένο χαρτί. Τα ρούχα της στο συρτάρι που ακόμα μυρίζουν λεβάντα. Τα ρούχα του στην ντουλάπα που μυρίζουν φυγή.
«Πολύ πριν με γνωρίσει, ίσως ήταν ήδη νεκρός, νεκρή, νεκροί», και τα πρόσωπα στο νου της μπερδεύονται. Εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο και δεν ξεχωρίζει σημάδια, χάδια, απουσίες, φιλιά.
Μονάχα μια τεράστια έλλειψη.

Μια ζωή έτσι, με μια άδεια αγκαλιά.

Θα είμαι όλοι ή κανείς’ θα είμαι ο άλλος

σελ. 45

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

.....

(Θαυμάσια ιδέα να κρατάω Ημερολόγιο, είναι καλύτερο κι από έναν φίλο- είμαι εγώ η ίδια)».

Στις σελίδες του εξάλλου, οι εκλεκτές αναγνώσεις της, η ιερότητα της φιλίας, η οξυδέρκεια και ευαισθησία, το πάθος της να αγαπήσει και να αγαπηθεί και μια συγκλονιστική περιγραφή ταυρομαχίας, σε ηλικία μόλις 13 χρονών! Στα 13 της ήδη, ολοκληρωμένη συγγραφέας! Με μια γραφή σπαρταριστή, ελλειπτική, βαθιά, υπαινικτική, τολμηρή:

«Αυτόματη γραφή, φοβερά συγκροτημένη όμως, οργανωμένο παραλήρημα. Faulkner. Σαράντα πυρετός κι απόλυτο cool. Την ζωή την ίδια, αλλά όχι στη φυσικότητά της. Φιλτράρισμα, όχι για να τη μειώσω, αλλά για να την πολλαπλασιάσω».

Το αποτέλεσμα όλων, αυτό ακριβώς που ήθελε κι αυτή: «αυτό που πάω να κάνω είναι υπερ-εγκεφαλικό, αλλά που θα βγαίνει από την κοιλιά».

Με μια γραφή, σχεδόν, σωματική.

Φωτεινή Τσαλίκογλου: «ΔΕ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ. Μ’ ΑΓΑΠΑΣ: Τα παράξενα της μητρικής αγάπης. Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου», Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 241.

«Για μια σχέση που δεν τελειώνει» κάνει λόγο στο πρώτο κεφάλαιο αυτής της «μαρτυρίας», η Φωτεινή:

«Δυο πράγματα έχω σταθερά στη ζωή: τη θάλασσα και την κόρη μου», έλεγε η Ρίτα Λυμπεράκη. Λίγες μέρες μετά το θάνατό της, η κόρη της έγραψε:

«Η μητέρα μου κι εγώ γνωριζόμαστε από παλιά. Όταν ήμουν παιδί, μου έδειχνε τα άστρα. «Είναι δικά μου», μου έλεγε. Όταν ήμουν δώδεκα χρόνων, περπατούσαμε μ’ έναν άντρα στο δρόμο. «Είναι δικός μου», μου έλεγε».

Πόσο παράξενη μπορεί να είναι η σχέση μάνας- κόρης; Και τι γίνεται όταν φεύγει από τα όρια και μεταμορφώνεται σε μια σχέση πάθους, όπου ο έρωτας εναλλάσσεται με την εγκατάλειψη, η τρυφερότητα με την απόγνωση και το φόβο, η λατρεία με την απόρριψη και το θυμό, η επιθυμία συγχώνευσης με την ανάγκη διαφοροποίησης;

«Γλυκιά μου, σε κρατώ στην αγκαλιά μου. Τα χεράκια σου είναι τυλιγμένα γύρω απ’ το λαιμό μου. Είσαι τόσο ελαφριά και μοιάζεις με κούκλα. Τρέχουμε στο δάσος. Είναι νύχτα.

«Θα πεθάνω;» με ρωτάς.

«Ναι, μανούλα, ναι», απαντώ.

Κλαις».

Ένας μεγεθυντικός καθρέφτης η ακραία φορτισμένη σχέση μάνας- κόρης, ένας καθρέφτης που απροσδόκητα, δίχως να το ζητήσουμε, δίχως να το θελήσουμε, φέρνει στο προσκήνιο καταχωνιασμένα μέσα μας μυστικά. Τα μυστικά μιας ανεπανάληπτης σχέσης. Της σχέσης με τη μητέρα, που συνεχίζεται, ακόμα κι όταν αυτή δε ζει πια…

Για μια τέτοια «δια βίου» σχέσης μας ομιλούν τα γράμματα της συγγραφέως Ρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της, συγγραφέα Μαργαρίτα Καραπάνου. Από τα βάθη των αιώνων «απαγορευμένες», ανομολόγητες φράσεις διατρέχουν τις συνομιλίες μάνας- κόρης. Λόγια που δεν τολμούν να ειπωθούν και ακόμα λιγότερο να γραφούν:

«Πες μου σ’ αγαπώ, για να με αγαπώ», είναι σαν να λέει η μια στην άλλη.

«Μίλα μου για να φύγω απ’ τη σιωπή».

«Αγκάλιασέ με για να σε αγκαλιάσω».

«Φύγε από μπροστά μου για να δω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη».

«Μην αφανίσεις τη νεότητά μου. Μην υποκλέψεις το νεαρό κορίτσι που ήμουν. Μην κρατήσεις για σένα μόνο τον έρωτα, τη ζωή. Είμαι κι εγώ εδώ».

«Άσε με να ζήσω».

«Μη με καταβροχθίζεις με την υπερπαρουσία σου».

«Κοίταξέ με. Μη με κάνεις αόρατη με την αδιαφορία σου».

«Είμαι σαν κι εσένα. Μπορείς λοιπόν να μ’ αγαπάς».

«Είμαι σαν κι εσένα. Μπορώ λοιπόν να με αγαπώ».

«Δεν είμαι σαν κι εσένα. Μπορείς λοιπόν να με μισείς και να μ’ εγκαταλείπεις».

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ σελ. 36, 37, 38 Χειρόγραφα, Μαργαρίτα Καραπάνου

Τα πήρα όλα....

Κι έφυγα!

Monday, June 29, 2009

Δύο γιορτές κι ένα Πλήθος

Δυό πριγκίπισσες στα σκαλοπάτια της Ντόροθι Σνότ, περιστριγυρισμένες απο ζωγραφιές παιδιών!
Στη διπλή γιορτή παρόντες απο αριστερά η Μηλίτσα, πλάι της η Μαργαρίτα Θηβαίου, η Αγγελική Κώττη, ο Γιάννης Θηβαίος και στο βάθος η Τασία μας. Σε πρώτο πλάνο η εορτάζουσα νονά Ελένη με τη Νεφέλη των άστρων
Κορίτσια στον κήπο της Ιπποκράτους: Στην επάνω σειρά η συγγραφέας ...,η Μηλίτσα , η υπογράφουσα, η Αναστασία και κάτω η Ελένη Γκίκα στα πορτοκαλιά, η Νεφέλη μας στα ρόζ χωμένη στην αγκαλιά της Τασίας
Η Μήλίτσα με τον σύζυγό της
Αναστασία Παπαδημητρίου με τη Μαργαρίτα Θηβαίου σε στιγμή αναρρώτησης
Οι τρείς οικοδέσποινες στην αυλή των θαυμάτων. Αριστερόθεν η Ντανιέλα, δεξιόθεν η Ελένη και στη μέση η θυγατέρα Νεφέλη

Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Γιόρτασε τη διπλή γιορτή της η συνάδελφος συγγραφέας και δημοσιογράφος Ελένη Γκίκα μια Κυριακή απόγευμα βαθύ στον κήπο του νηπιαγωγείου «Ντόροθι Σνότ» στην καρδιά της Ιπποκράτους, περιτριγυρισμένη απο ανθρώπους, που την αγαπούν βαθειά και αμετάκλητα. Ανάμεσά τους η μικρή βαφτιστήρα της Νεφέλη με τους γονείς της Γιάννη και Ντανιέλα, η συνάδελφος Αγγελική Κώττη, ο Γιάννης Θηβαίος και η Μαργαρίτα του, η Αναστασία Παπαδημητρίου των εκδόσεων Αγκυρα (όπου η Ελένη επιμελείται τη σειρά «Ελληνες Πεζογράφοι»), η Τασία της, η Μηλίτσα μας μετα του συζύγου, ο Αντώνης Σουρούνης και άλλοι αγαπημένοι φίλοι.

Εχω την τύχη να συγκαταλέγομαι σ΄αυτούς που γνωρίζουν μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα αυτή τη βελουδένια ύπαρξη της Ελένης, μιας γυναίκας που προτάσσει την εσωτερικότητα στην επιδερμική κατανάλωση των καιρών.

Παρατηρώντας όλο κι απο κοντύτερα τη δοτικότητα, την αθωότητα κι αυτή
την τρυφερότητά της, αισθάνομαι πως ναι μπορεί σ΄αυτή την ηλικία να κατακτήσω μια φιλία παντοτινή.

Τώρα η ταξιδιάρα η Ελένη πήγε στην άγνωστη Καππαδοκία, αλλά μας άφησε το νέο της έργο (τελευταίο πόνημα της τριλογίας του πένθους) με τίτλο «Πλήθος Είμαι» (Εκδόσεις Αγκυρα), έχοντας καταθέσει τις τελευταίες σταγόνες της προσωπικής αγωνίας της Σαβίνας της.

Τώρα η Ελένη θα ζήσει χωρίς τη Σαββίνα της, θα γράφει απαλλαγμένη απο το βάρος της νωπής μνήμης. Τώρα θα δημιουργεί με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, που θάρθει πάλι και πάλι με διπλές και τριπλές και πολλαπλές γιορτές της ύπαρξης και της γραφής.


Καλοτάξιδο Ελένη μου να είναι το Πλήθος σου...

Πλήθος είμαι



Απο το οπισθόφυλλο του βιβλίου


Επιστρέφει. Μετά από χιλιάδες χρόνια περιήγησης. Στο πατρικό της. Για να βρει «τα εύθραυστα εκείνα που αντέχουν στον χρόνο». Να θυμηθεί, επειδή «όταν ξεχνάς συγχωρείς». Μα πάνω απ’ όλα, για να μπορέσει να καταλάβει. Γιατί σε ένα πεπερασμένο σύμπαν να επαναλαμβάνεται η ίδια σκηνή; Και για να ξανανέβει τη σκάλα. Στο σπίτι εκείνο που ευνοεί τον ολέθριο έρωτα και γεννά το κακό. Να ξανασπάσει τον εαυτό της σαν κούκλα, ανεβαίνοντας πάλι και πάλι. Να κάνει ανάσταση με όλους τους ζώντες και τους νεκρούς, ανεβαίνοντας αυτή τη φορά τον δικό της Γολγοθά, να μπει στον παλιό ρημαγμένο τους κήπο για να τον γεμίσει πασχαλιές και ζουμπούλια. Μια ιστορία αυτογνωσίας και αναζήτησης με μια σύγχρονη Αλίκη στη χώρα των παιδικών της χρόνων. Με τον χωροχρόνο ως κάτοπτρο πεπρωμένου να κάνει τα παιχνίδια του. Το αποτέλεσμα, μια ιστορία εσωτερικού δρόμου και ενιαίου χρόνου. «Το Χθες είναι Τώρα» και η Σαβίνα σ’ εκείνο το ρημαγμένο σπίτι, το γνωρίζει καλά. Διότι η Σαβίνα σ’ αυτό το σπίτι «πλήθος είναι», γίνεται «οι άλλοι». Ούτε ουράνια, ούτε γήινη. Και ουράνια και γήινη. Ούτε θνητή, ούτε αθάνατη. Και θνητή και αθάνατη. Γίνεται άλεφ. Όπως όλοι.

Βιογραφικό της Ελένης Γκίκα

Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε και εξακολουθεί να ζει στο Κορωπί. Με απιστία κάποιων χρόνων στην Αθήνα. Το μόνο που έμαθε σ’ αυτή τη ζωή (και που κάνει κέφι να κάνει) είναι να διαβάζει. Βιβλία, Μανιωδώς. Από δίψα γραφής έγραψε κιόλας: Μυθιστορήματα, ποίηση, διηγήματα, συνεντεύξεις, άρθρα και κριτικές σε περιοδικά κι εφημερίδες. Δημοσιογράφος είναι, ξεκίνησε από το «Αντί» και το «Φαντάζιο», όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό. Για δέκα χρόνια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και στις Εικόνες. Και με αντικείμενο το βιβλίο πάντοτε, εδώ και 15 χρόνια, στο «Έθνος της Κυριακής». Έχει την επιμέλεια της νεοελληνικής σειράς στις εκδόσεις «Άγκυρα». Έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές, δυο συλλογές με διηγήματα, εννιά μυθιστορήματα, έναν τόμο με συνεντεύξεις και ένα παραμύθι. O «Υγρός Χρόνος» είναι το δέκατο μυθιστόρημα.

ΕΡΓΑ ΤΗΣ:

ΠΟΙΗΣΗ:
«Σηματοδότες», 1984
«Δρασκελιές», Θεωρία, 1988
«22 χρωματικές μεταμφιέσεις και 11 αιρετικά ποιήματα», Δωδώνη, 1992
«Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα», Φιλιππότη, 1996
«Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι», Φιλιππότη, 1997
«Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα», Φιλιππότη, 1998
«Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα», Άγκυρα, 2000
«Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω» Άγκυρα, 2002
«Εν αταξίαις άτακτοι όντες» Άγκυρα, 2006
«Το γράμμα που λείπει» (υπό έκδοση)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ:
«Όνειρα από Toplexil», Φιλιππότη, 1997
«Εάν ο Καρυωτάκης παντρευότανε την Πολυδούρη», 1998
«Μια καρδιά στο στομάχι» (υπό έκδοση)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ:
«Αλήθεια, τα τρως ακόμα τα νύχια σου;», Φιλιππότη, 1996
«Αναζητώντας τη Μαρία», Άγκυρα, 1998
«Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;», Άγκυρα, 1999
«Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου», Άγκυρα, 2001
«Το αίνιγμα του Άλλου», Άγκυρα, 2003
«Οι κούκλες δεν κλαίνε», Άγκυρα, 2004
«Χαίρε, παραμύθι μου», Άγκυρα, 2005
«Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς», Άγκυρα, 2006
«Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω», Άγκυρα, 2007
«Υγρός Χρόνος», Άγκυρα, 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ:
«Δι’ εσόπτρου εν αινίγματι», Φιλιππότη, 1998
«Άρον, άρον εγέννετο αύριο» (υπό έκδοση)

ΠΑΡΑΜΥΘΙ:
«Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα», Άγκυρα, 2007

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Αυτή είναι η Ελένη!

6/7/2009

Ακόμα και μιλώντας για άλλους, τους δικούς μας γρίφους λύνουμε κάθε φορά

Οι θαρραλέοι, ρωτούν. Οι απαντήσεις, είναι για τους ανασφαλείς.

Η Ελένη Γκίκα είναι “πολύ". Πολυγραφότατη, πολυδιάστατη, πολυδιαβασμένη, πολύχρωμη. Το ίδιο είναι και τα βιβλία της. Η άφιξη του νέου βιβλίου της “Πλήθος είμαι” από τις εκδόσεις “Άγκυρα” ήταν η αφορμή “να τα πούμε” ξανά.

- Γιατί γράφεις; Ποια ανάγκη σε ωθεί;

Αν δεν τα γράψω, δεν τα καταλαβαίνω όσα ζω. Άσε που όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντοτε με κυνηγούσε μια ιστορία. Μια ιστορία με τραβάει απ' το μανίκι, εάν δεν την ακολουθήσω, αισθάνομαι ότι δεν ζω, απροστάτευτη, και τόσο ευάλωτη! Μόνο μέσα σε μια ιστορία μου, αισθάνομαι καλά.

- Πότε γράφεις; Η συγγραφή απαιτεί αφοσίωση. Εσύ μοιράζεσαι σε πολλά. Πώς τα καταφέρνεις;

Καθόλου δεν αισθάνομαι ότι μοιράζομαι, είναι όλα τόσο μα τόσο ίδια! Διαβάζω και γράφω για τα βιβλία που αγαπώ και από δίψα ανάγνωσης ακριβώς γράφω και ιστορίες. Το ένα τροφοδοτεί και συμπληρώνει το άλλο, τα δυο μαζί, η απόλυτη ευτυχία, η δική μου Εδέμ. Δεν προσδοκώ τίποτε άλλο απ' τη ζωή. Μονάχα ένα καλό, που μου υπόσχεται, βιβλίο και μια ιστορία που μου λύνει τους γρίφους μου, γράφοντάς την και με κάνει διαρκώς να εκπλήσσομαι, ευτυχή. Έτερον, ουδέν!

- Είσαι τελικά όλοι, κανείς ή ο άλλος;

Είμαι όλοι επειδή με μόχθο πολύ τολμώ να πω πως πια είμαι... εγώ. Η ίδια κι απαράλλαχτη σε χαρά και λύπη, σε επιτυχία και αποτυχία και πάντα "σε σχέση". Έχω ανάγκη να μ' αγαπούν και αγαπώ. Περισσότερο, όμως, να αγαπώ. Βοηθά η ανάγνωση στην κατανόηση και στην αγάπη των άλλων. Τα βιβλία σε στέλνουν στην αγκαλιά του κόσμου, σε κάνουν καλύτερο, πιο ανοιχτό, αν και φαινομενικά όλο αυτό δείχνει κάπως... μοναχικό, μοναστικό!

- Καλύτερα αγάπη ή πάθος;

Πάθος που οδηγεί στην αγάπη! Νεώτερη θα σου έλεγα Πάθος, Πάθος, Πάθος! Μεγαλώνοντας ανακάλυψα ότι η αγάπη είναι κάτι τόσο αποκαλυπτικό! Το Φως είναι στο σκότος του εγωισμού μας, η ταπείνωση που μας οδηγεί στην υπέρβαση και σε ό,τι μεγάλο. Αλλά μονάχα με πάθος, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχω μάθει να διαβάζω, να γράφω, να ερωτεύομαι, να ζω.

- Καλύτερα μαζί ή μόνοι;

Καλύτερα... μόνη, με εκείνον και μια ιστορία που γράφεται στην καρδιά και στο... κεφάλι μου! Δεν είμαι πολύ επιδέξια στις σχέσεις! Αγαπώ δυνατά αλλά δεν ξέρω να ζω! Αγαπώ τον άλλον πολύ αλλά δεν γνωρίζω σχεδόν καθόλου αυτό το... μαζί! Μοναχοπαίδι και αρκετά μοναχική γαρ! Ίσως και γι' αυτό από παιδάκι είχα τόσο πολύ μεγάλη ανάγκη τις ιστορίες! Αλλά και πάλι τί να πω... Ίσως και το άλλο μισό μου να το προσπέρασα, να το έχασα, να ήμουν βυθισμένη σε μια ιστορία που σκάρωνα και να μην το είδα, να το φοβήθηκα ή και να μη με έπεισε μέχρι τώρα κανείς! Αλλά ποιος ξέρει! Όμως, ούτε συζήτηση, σε όλα τα μεγάλα, βαδίζουμε Μόνοι! Γέννηση, Δημιουργία, Θάνατος, Θεός... Ακόμα και στον έρωτα, την ίδια ιστορία, τον ίδιο καημό, αλλιώτικα το βιώνει ο καθένας! Εάν ζητήσεις από δυο εραστές να σου αφηγηθούν την ιστορία τους, ο καθένας να σου αφηγηθεί μια εντελώς δική του, διαφορετική ιστορία.

- Καλύτερα πραγματικότητα ή φαντασία;

Δεν τα ξεχωρίζω αυτά τα δυο. Είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη που είναι τα όνειρα, Σαίξπηρ αυτό. Η μισή ζωή μας είναι όνειρο, σκέψεις, συναισθήματα, συνειρμοί, σχέδια... Η δική μου, ολόκληρη η ζωή είναι ιστορίες, αυτές που διαβάζω, εκείνες που γράφω και οι άλλες τις οποίες σκαρώνω και ζω! Αλλά γερνώντας συνειδητοποιώ πως η πραγματικότητα είναι περισσότερο... αλλόκοτη και η ζωή ένας σκηνοθέτης απρόσμενος και μαγικός! Αλλά είναι όλα μαζί, δεν τα κομματιάζω. Απλώς τα ζω.

- Υπάρχουν απαντήσεις ή μόνο ερωτήματα;

Στην ερώτηση να φτάσουμε παραμένει η βασική επιδίωξη. Οι απαντήσεις είναι για τους ανασφαλείς και τους δειλούς. Οι θαρραλέοι, ρωτούν. Κι αμφισβητούν. Μετακινούνται. Δεν φοβούνται την κίνηση. Η ερώτηση είναι φυγόκεντρη δύναμη, μπορεί να σε βγάλει παντού. Κεντρομόλα η απάντηση, σε καθηλώνει στο ήδη γνωστό. Και ευτυχώς ή δυστυχώς εγώ φλέγομαι για να μάθω, όχι για ν' απαντώ. Είμαι από την στόφα της μαθήτριας. Και λέω να παραμείνω. Ναι?

- Νομίζω ή πράγματι πίσω από την αναφορά σου σε άλλους συγγραφείς υπάρχει ένα σκοτεινό σχέδιο; να μας "υποχρεώσεις" να διαβάσουμε περισσότερο;

Πάνω απ' όλα η φωτεινή ανάγκη μου να μοιράζομαι ό,τι μαθαίνω και ό,τι αγαπώ! Θεωρώ κάποιους συγγραφείς σχεδόν συγγενείς μου, οικογένειά μου! Πώς γίνεται λοιπόν να μη σας μιλήσω γι' αυτούς? Σαν αδελφάκι σας μαγεμένο σας αφηγούμαι τις ιστορίες τους, ποτέ σαν... κυρά δασκάλα να σας καθοδηγώ! Κι αν ξέρατε πόση ανάγκη έχω από τις δικές σας τις ιστορίες! Είμαι λιγάκι περίεργο τρένο, ενώ τόσο μα τόσο μοναχική (ερωτευμένη με τη μοναξιά εντελώς, με μαγεύουν τα ταξίδια που κάνω μόνη μου, οι ατέλειωτες ώρες που ενώ διαβάζω ή ποτίζω τα λουλούδια είμαι ο εαυτός μου και η απόλυτη σιωπή, οι νυχτερινές βόλτες μου ολομόναχη στο βουνό) εν τούτοις αισθάνομαι τόσο κοντά με όλο τον κόσμο, φλέγομαι να μοιράζομαι ό,τι αγαπώ, έχω απίστευτη ανάγκη να μ' αγαπούν και ν' αγαπώ. Ίσως και γι' αυτό το λόγο να γράφω και ιστορίες. Για να ρθω σαν συμμαθήτριά σας καλή να σας χαρίσω μια! Σαν δώρο, σοκολάτα, φιλί, το τετραδιάκι με τις λυμμένες ασκήσεις, την αγαπημένη μου κούκλα, το μουσικό μου κουτί, μπισκότο βουτύρου ή λουλούδι. Αυτά.

ΥΓ. Η κουβέντα έγινε με την Τάνια Μαρκουτσά, στο Ένθετο για το Βιβλίο (ε εντάξει, Έθνος) όπου το Τανιάκι κάνει αρχισυνταξία. Και δεν το κρύβω με την Τάνια, τα λέμε συχνά, συναντιόμαστε τα μεσημέρια στο μπαρ. Για καφέ, άλλοτε. Τώρα, η αφεντιά μου, τουλάχιστον, μόνο νερό. Στο ίδιο ένθετο και μια έξοχη μικρή συζήτηση (Συγγραφικές Συζητήσεις) όπου ο συγγραφέας Δημήτρης Μαμαλούκας ρωτά και ο συγγραφέας Νίκος Παργινός απαντά. Νίκο μου, καλοτάξιδο το καινούργιο σου βιβλίο “Με τον έρωτα περνάει ο καιρός με τον καιρό περνάει ο έρωτας”. Στις Προθήκες των βιβλιοπωλείων (και στο προσεχές αφιέρωμά μου στα αστυνομικά) το τελευταίο και σπουδαίο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα “Η μοναξιά της ασφάλτου”. Άθελά μου θυμήθηκα την Κέρκυρα, είναι ωραίο τελικά να είσαι άνθρωπος- γέφυρα. Είσαι πέρασμα, χρήσιμη, βοηθά όλο αυτό σε ό,τι ισχυρίζεται ο μέγας Μπόρχες, στη μοναξιά, στην ταπείνωση, στην συντριβή, άρα και στη συγγραφή. Αλλά φέτος τον Ιούλιο λέω να επιστρέψω στον τόπο του εγκλήματος ως “ο Κανένας”, αυτό κι αν είναι ανακουφιστικό, δημιουργικό, φωτεινό. Είναι από την ύλη που είναι πλασμένα τα όνειρα. Φυσικά κι εμείς. Δείτε τη κουβέντα μου με το Τανιάκι, σαν μπισκοτάκι βουτύρου. Που μ' αρέσει κι εμένα. Πολύ.
Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…