Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Από το ΛΕΞΗΜΑ


Γεννήθηκε στο Κορωπί το 1959. Εργάζεται από το 1981 σαν δημοσιογράφος (τα τελευταία δέκα πέντε χρόνια υπεύθυνη βιβλίου στο "Έθνος της Κυριακής"). Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα. Έχει την επιμέλεια της ελληνικής πεζογραφικής σειράς στην "Άγκυρα".


ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΧΑΣΕΙ…

Της Ελένης Γκίκα

Κάνει τις ίδιες κινήσεις χρόνια και χρόνια. Ειδικά τέτοια μέρα. Παίρνει τ' αμάξι της, οδηγώντας περίπου τριάντα χιλιόμετρα από βραδύς. Το φορτώνει μονάχα με τα απολύτως απαραίτητα: δυο ρουχαλάκια (ποιος, αυτή η κοκέτα, ακριβώς δυο), οπωσδήποτε το προσευχητάρι της, τον «Ρημαγμένο Απρίλη» που της είχε χαρίσει πριν την ρημάξει, ένα πακέτο τσιγάρα (το πακέτο του, Κάμελ άφιλτρα, η ίδια συνήθως δεν καπνίζει ποτέ), ένα δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο με μια κασέτα μέσα (πάντα την ίδια, την έχει κάνει κόπιες πολλές), ένα φάκελο με φωτογραφίες και γράμματα, τα «Γράμματα γενεθλίων» του Χιουζ (αυτά τ' αγόρασε μόνη της διότι κάτι της είπαν), τον φορητό υπολογιστή της, το καντηλάκι, ένα λιβανιστήρι επισμαλτωμένο με ροζ χρώματα και ένα βάζο. Τα λουλούδια θα τα αγοράσει εκεί. Ζουμπούλια πάντοτε. Να την τρελαίνουν στο άρωμα.
Εκεί, βεβαίως, όπως πάντα, που δεν θα την περιμένει κανείς.
Της αρέσει να πάει από το πουθενά το δικό της στο κάπου, να μη βιάζεται, πάντοτε με τα βήματά της κουρασμένα, μετρημένα, σχεδόν κουρδισμένα σαν του Μουρακάμι κι αυτή «το κουρδιστό πουλί». Στο ίδιο σημείο, το άλεφ της, για να κουρδίσει για άλλη μια φορά - πάντοτε τέτοια μέρα του χρόνου- το ρολόι της ζωής. Της δικής της ζωής.
Της πήρε χρόνια η αποδοχή: «κανενός το πεπρωμένο δεν είναι καλύτερο από του άλλου» και «κάθε άνθρωπος οφείλει να το σεβαστεί».
Ετσι, λοιπόν, τώρα κι αυτή: με σεβαστικά βήματα, χρόνια και χρόνια. Πιστή, προσηλωμένη θα ‘λεγε «με ευλάβεια θρησκευτική» σ' αυτό το παράξενο, για πολλούς ίσως παράλογο, εμμονοληπτικό ραντεβού.

Φτάνει πάντοτε αργά το απόγευμα. Της αρέσει να βλέπει απ' το μπαλκόνι του δωματίου που της έχουν κρατήσει την Δύση. Τον ήλιο, να γίνεται πορφυρός και μεγάλος και να χάνεται σαν κι εκείνον, στη θάλασσα. Και πάντοτε απ' το δωμάτιο 19. Δεκαεννιά χρόνια έζησε μαζί του. «Στο νου σου», επιμένει η φίλη της η Χριστίνα. Όμως εκείνη σφίγγει σαν τον φιλάργυρο τα γράμματα, χαμογελά σαν την Σφίγγα, ξοδεύεται, σχεδόν εξαντλείται σωματικά, όσες φορές προσπαθεί να τους απαντά. Δέκα χρόνια έχουν περάσει, εξάλλου, οι περισσότεροι το ξέχασαν. Σαν την κλέφτρα θα φύγει για την Συνάντηση κι αυτή.
Η δική της «γιορτή» στα μεθεόρτια κρίνεται. Όταν οι άλλοι ξεστολίζουν, εκείνη στολίζεται. Για να την καμαρώσει, έστω, για μια στιγμή. Για κείνον δεν επιτρέπει να την χαλάσει ο χρόνος. Για να μπορεί όσο και να κυλά ο καιρός να αναγνωριστεί: ίδια μαλλιά, ίδιο άρωμα, παρόμοια ρούχα. Μονάχα η μέση της φάρδυνε κάπως με τον καιρό. Μια, δυο χαρακιές, άκρη στα μάτια. Ρυάκια που απόμειναν απ' τα δάκρυα.

Την περιμένει πάντοτε ο ιδιοκτήτης στη ρεσεψιόν. Τον χαιρετά με τα μάτια, σαν παλιό συγγενή. Ανοίγοντας το γνωστό δωμάτιο, θα θυμηθεί για λίγο τη Σμίλα του Χόε, που «διαβάζει το χιόνι», να δρασκελίζει την δική της γεμάτη παρελθόν ευτυχισμένη μοναξιά. Θα εγκατασταθεί σα νοικοκυρά που απουσιάζει περίπου χρόνο. Τα λιγοστά ρούχα στη ντουλάπα, παπούτσια, τσάντα στα ράφια, στο μικρό τραπεζάκι βιβλία, φωτογραφίες, μαγνητόφωνο και υπολογιστή.
Τα μεσάνυχτα περίπου θα βάλει την κασέτα να παίξει. Η φωνή του μπάσα, κοφτή και βραχνή θα γεμίσει τον χώρο. Υποσχέσεις αγάπης και μια πρόταση που δεν ευοδώθηκε. Η δική της σχεδόν κοριτσίστικη φωνή. Να του λέει «Ναι», το ακούει καθαρά. Την ξαναρωτά, του το ξαναλέει. Όπου φτάσουμε, της λέει. Εκείνη, δεν απαντά. Για το «παντού» και το «πάντα» διψά. Μουσική υπόκρουση ένα πιάνο που παίζει και μια φωνή που προσπαθεί να τραγουδήσει Μαρινέλα «Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει». Η βραχνή φωνή του άντρα που επαναλαμβάνει μεθυσμένος, «σύνορα»… Η ανάσα του κουρασμένη, ασθματική. Οι γουλιές απ' το ποτό του, χορταστικές που τις απολαμβάνει. Η δική της μεθυσμένη «από έρωτα» φωνή…

Θα την ακούσει τρεις φορές, ούτε μία περισσότερο ή λιγότερο. Μετά, θ' αρχίσει να ξεφυλλίζει γράμματα και φωτογραφίες. Θα τα μυρίζει σαν γάτα. Θα τα χαιδεύει και θα τα γρατζουνά.
Τα κοιτάζει με έναν φακό, ιδίως εκείνου το πρόσωπο. Το απομακρύνει, μετά το βάζει όλο και πιο κοντά. Παντού μελαγχολικός, τόσο πολύ θλιμμένος, Θεέ μου, πώς δεν το είδε. Σχεδόν απών! Ναι, αν τολμούσε να το αποδεχτεί, ήδη απών. Ολοφάνερη προκαταβολικά η απουσία του στη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες δεν μας κλέβουν απλώς τη ζωή, αλλά και το αύριο, την ιστορία. Γνωρίζουν ήδη το παρακάτω. Έχουν φτάσει ως το πιο πάνω ή το πιο κάτω σκαλί.
Σ' αυτούς άρεσε η κάθοδος. Και στους δυο. Ελεύθερη πτώση, λες, σε γκρεμό.

Μαζί του θα φτάσει στον πάτο, αγόγγυστα. Εξάλλου «η πορεία του χρόνου είναι μια αλυσίδα αιτίων και αποτελεσμάτων, οπότε το να ζητήσεις μια οποιαδήποτε χάρη, όσο μικρή κι αν είναι, είναι σαν να ζητάς να σπάσει ένας κρίκος αυτής της σιδερένιας αλυσίδας, σα να ζητάς να έχει ήδη σπάσει». Ποτέ δεν βγήκε από το νου της η «Προσευχή».
Έτσι και τώρα «δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους» σα μάντρα επαναλαμβάνει ανάβοντας το καντήλι. Λιβάνι πάντοτε με άρωμα γαρίφαλο, γύρευε γιατί.
Θα στήσει δίχως κορνίζα την πιο καλή του φωτογραφία: όμορφος, Θεέ μου, κι άτρωτος σαν τους Θεούς, με ρούχα καθημερινά, γαλανά, γελαστά, ένας άγγελος.
Κάνει ακριβώς τρεις φορές κομποσκοίνι, επαναλαμβάνοντας - ποτέ «εις μνήμην»- πάντοτε «υπέρ υγείας» την ευχή. Σαν μνήσθητι. Άλλωστε αυτό ακριβώς είναι' το μνήσθητι μιας γυναίκας.
Μετά θα ξαπλώσει, θα σταυρώσει τα χέρια της και απολύτως γαληνεμένη θα αποκοιμηθεί.

Θα ‘ρθει να τηνε βρει οπωσδήποτε. Πάντοτε έρχεται. Ανοιγοκλείνει τα παράθυρα στο ιατρείο, βλέπει τα χέρια του να κινούνται στα φωτεινά, βαδίζουν μαζί στην έρημο της Πατησίων. Φορά μια πράσινη καμπαρτίνα φαρδιά, τον κρατά σφιχτά, αγκαζέ, με το χέρι στην τσέπη του.
Το πρωί θα ξυπνήσει χαράματα. Την περιμένουν, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα στο μοναστήρι. Πρόσφορο, λίγο στάρι, τα έχει φέρει μαζί. Ο παπάς τον διαβάζει παντού στους ζώντες και τεθνεώτες, έχει επιμείνει τόσο, χρόνια αυτή.
Θα σταθεί στην γωνιά, να μοιράσει το στάρι. Την ευχή την θεωρεί περιττή: «Να ζήσετε να τον θυμόσαστε».
«Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας' δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει».

Γρήγορα, σαν το νεράκι θα κυλήσει η μέρα. Σα ζωή. «Η ζωή είναι τόσο σύντομη κι εμείς ξέρουμε τόσο λίγα».
«Ποτέ δεν ξέρεις μ' αυτούς που αγαπάς: αμελείς να τους κοιτάξεις μια στιγμή, και την επόμενη στιγμή έχουν χαθεί ή έχουν σκοτεινιάσει. Ακόμα και τα δέντρα - εξάλλου- το σκάνε πού και πού, έχουν άστατες διαθέσεις».
Κατηφορίζοντας θα τον ξανασκεφτεί.
Τώρα πια ξέρει τι σημαίνει πάθος. Τι θα πει να μην βλέπεις κανέναν, ούτε τον Θεό, ούτε τον εαυτό σου, παρά μονάχα ένα πρόσωπο, αυτό του πεπρωμένου…

Αργά το βράδυ θα γυρίσει στην πόλη. Στο Κοιμητήριο δεν πηγαίνει ποτέ. Μονάχα σ' αυτή την πανσιόν, των ραντεβού τους, πάντοτε. Αν δεν θα τον βρει εκεί, δεν θα τον βρει πουθενά.
Τίποτε δεν θα ξεφορτώσει. Το μόνο που της χρειάζεται, ο υπολογιστής. Να ελέγξει τα μέιλ. Να γράψει το άρθρο. Αύριο, πρέπει να το στείλει στην εφημερίδα της, πρωί- πρωί.
Θα γδυθεί την εξαιρετική μέρα, θα ντυθεί την καθημερινή αξιοπρεπή μοναξιά και με μότο «ισχύει στην ανάγνωση ό,τι και στον έρωτα ή στον καλό καιρό: ούτε εσύ ούτε κανένας έχει λόγο. Διαβάζεις μ' αυτά που έχεις. Διαβάζεις αυτό που είσαι», θα καθίσει να γράψει. Το γνωστό της μικρό, βιβλιοφιλικό άρθρο:

ΠΟΙΟΣ ΑΠ' ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΜΑΣ ΕΠΙΝΟΗΣΕ ΤΟΝ ΑΛΛΟ
«Δεν υπάρχει χειρότερος εφιάλτης απ' το να ‘σαι σ' ένα νησί που κατοικείται από τεχνητά φαντάσματα' και το να ‘σαι ερωτευμένος με μια απ' αυτές τις εικόνες, είναι χειρότερο απ' το να ‘σαι ερωτευμένος μ' ένα φάντασμα (ίσως, όμως, και να θέλαμε πάντα το άτομο που αγαπάμε, να ‘χει την υπόσταση φαντάσματος)».
Την «Εφεύρεση του Μορέλ» του Κασάρες, την πήρα είδηση φέτος από την επανέκδοση του Πατάκη.
Την παντοδυναμία όμως, της εικόνας την βίωσα, όλοι μας την βιώνουμε διότι «αν δεν το δείξει η τηλεόραση», τίποτα δεν υπάρχει.
Και την εικονική πραγματικότητα του έρωτα, την βίωσα. Και ποιος δεν την βιώνει. Το θέμα είναι ποιος από μας καταδέχεται να την αντιληφθεί.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα… στράτα, στρατούλα γιατί πονά η διαπίστωση «κι αυτό το ένα δεν υπάρχει» (Καζαντζάκης στην «Ασκητική»).
Ο Κασάρες επινόησε τον Μορέλ που επινόησε αυτό τον απίθανο εικονικό κόσμο το 1940. Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε «συναρπαστικό θρίλερ» και «χρησμός», Προφητεύοντας «με δραματική διορατικότητα την παντοδυναμία της εικόνας» έκανε γοητευτική μυθιστορία μια προαιώνια γνώση ή απειλή: το ότι μπορεί να είμαστε «όνειρο μέσα σε όνειρο» (Σέξπιρ) ή επί πιο προσωπικού «το όνειρο Κάποιου» (Μπόρχες).
Στην αριστουργηματική ιστορία, λοιπόν, ένας κατάδικος δραπέτης (ποτέ δεν μαθαίνουμε γιατί καταδικάστηκε) καταφεύγει σε ένα νησί όπου οι πάντες φοβούνται να πλησιάσουν: πέφτουν νύχια, δέρμα, μαλλιά… Αλλ' η ζωή του είναι τόσο αφόρητη, που αποφασίζει να πάει.
Εκεί θα γνωρίσει «μία γυναίκα εκπληκτική». Κάθεται κάθε απόγευμα και κοιτάζει το ηλιοβασίλεμα στα βράχια. Φοράει στο κεφάλι μια παρδαλή μαντίλα και έχει τα χέρια της πλεγμένα γύρω από το ένα γόνατο. Από τα μάτια της, τα μαύρα της μαλλιά, το μπούστο της, μοιάζει με κάτι τσιγγάνες ή Σπανιόλες… Την λένε Φοστίν. Και είναι μόνον… εικόνα. Αυτή η γυναίκα ουσιαστικά δεν υπάρχει. Μπορεί και να πέθανε, δηλαδή. Να ζει μονάχα επειδή έκανε αυτή την εφεύρεση ο Μορέλ: μετέτρεψε τη ζωή τη ζώσα σε εικόνα ανεξίτηλη στο διηνεκές.
Ο ερωτευμένος άντρας, βεβαίως, με κάθε τίμημα θα την διεκδικήσει. Κάνοντας εικόνα και την δική του ζωή. Για να ‘ναι μαζί της «σε μια οπτασία που κανείς δε θα συλλέξει». Διότι και η ψευδαίσθηση του έρωτα δεν είναι παρά μια πράξη- τελικά- ευσπλαχνική. Επειδή μπορεί «αυτό το ένα να μην υπάρχει», αλλά είναι απαραίτητο για την δική μας ζωή. Από το τίποτα πιάνεται καμιά φορά ο άνθρωπος!

Θα το στείλει με μέιλ το επόμενο πρωί. Σα να μην έχει συμβεί απολύτως τίποτα. Πολύ Κυριακή για έναν άνθρωπο. Κορίτσι η σκέψη και την ταξίδεψε πάλι. Αλλ' όπως λέει ο Καμύ «δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση»… Όλα θα τα νικήσει, αυτή…. Στον εαυτό της το έχει υποσχεθεί.

Από το ΕΘΝΟΣ.gr

Nέο βιβλίο από την Ελένη Γκίκα

H Eλένη Γκίκα είναι «πολύ». Πολυγραφότατη, πολυδιάστατη, πολυδιαβασμένη, πολύχρωμη. Tο ίδιο είναι και τα βιβλία της. H άφιξη του νέου βιβλίου της «Πλήθος είμαι» από τις Eκδόσεις Aγκυρα ήταν η αφορμή «να τα πούμε» ξανά.

Γιατί γράφεις; Ποια ανάγκη σε ωθεί;

Aν δεν τα γράψω, δεν τα καταλαβαίνω όσα ζω. Aσε που όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντοτε με κυνηγούσε μια ιστορία. Mια ιστορία με τραβάει απ' το μανίκι. Eάν δεν την ακολουθήσω αισθάνομαι ότι δεν ζω, απροστάτευτη, και τόσο ευάλωτη!

Πότε γράφεις; H συγγραφή απαιτεί αφοσίωση. Eσύ μοιράζεσαι σε πολλά.

Kαθόλου δεν αισθάνομαι ότι μοιράζομαι! Διαβάζω και γράφω για τα βιβλία που αγαπώ και από δίψα ανάγνωσης ακριβώς γράφω και ιστορίες. Tο ένα τροφοδοτεί και συμπληρώνει το άλλο, τα δύο μαζί, η απόλυτη ευτυχία, η δική μου Eδέμ.

Aναρωτιέσαι στο βιβλίο «είσαι τελικά όλοι, κανείς ή ο άλλος;».

Eίμαι όλοι, επειδή με μόχθο πολύ τολμώ να πω πως πια είμαι... εγώ.

Kαλύτερα αγάπη ή πάθος;

Πάθος που οδηγεί στην αγάπη! Nεότερη θα σου έλεγα Πάθος! Mεγαλώνοντας ανακάλυψα ότι η αγάπη είναι κάτι τόσο αποκαλυπτικό! Tο Φως είναι στο σκότος του εγωισμού μας, η ταπείνωση που μας οδηγεί στην υπέρβαση και σε ό,τι μεγάλο. Aλλά μονάχα με πάθος, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχω μάθει να διαβάζω, να γράφω, να ερωτεύομαι, να ζω.

Kαλύτερα πραγματικότητα ή φαντασία;

Δεν τα ξεχωρίζω. H μισή ζωή μας είναι όνειρο, σκέψεις... H δική μου είναι ιστορίες, αυτές που διαβάζω, εκείνες που γράφω!

Nομίζω ότι πίσω από την αναφορά σου σε άλλους συγγραφείς στα βιβλία σου υπάρχει ένα σκοτεινό σχέδιο; Nα μας «υποχρεώσεις» να διαβάσουμε περισσότερο;

Πάνω απ' όλα η φωτεινή ανάγκη μου να μοιράζομαι ό,τι μαθαίνω και ό,τι αγαπώ! Θεωρώ κάποιους συγγραφείς σχεδόν συγγενείς μου! Πώς γίνεται λοιπόν να μη σας μιλήσω γι' αυτούς!


Κάντε μια βουτιά στο blog της Ελένης Γκίκα: alefmoha.blogspot.com

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Βιβλιοκριτική Μπάμπη Δερμιτζάκη

18/9/2009

Το φλερτ του... τροχονόμου

Friday, September 18, 2009

Ελένη Γκίκα, Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς, Άγκυρα 2006

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα (από τον Μπάμπη Δερμιτζάκη)


Μια ερωτική ιστορία την οποία η αφηγήτρια αφηγείται άλλοτε σπαρακτικά και άλλοτε με μια δοκιμιακή διαύγεια.

«Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς», αυτό τον οξύμωρο τίτλο διάλεξε για το όγδοο μυθιστόρημά της, το πρώτο μιας τριλογίας, η Ελένη Γκίκα, η γνωστή δημοσιογράφος, πεζογράφος και ποιήτρια.
Αν η ιδιότητά της ως δημοσιογράφος δεν εμφανίζεται σ’ αυτό της το έργο, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ιδιότητά της ως ποιήτρια: Το έργο είναι γεμάτο στίχους.
Και όχι μόνο. Η γραφή της είναι ολότελα ποιητική. Αν η Ρέα Γαλανάκη έκανε τη στροφή με το «Βίος και Πολιτεία του Ισμαήλ Φερίκ Πασά» με μια μεταβατική, ποιητική πρόζα, προς την πεζογραφία, η Ελένη Γκίκα φαίνεται πως δεν σκοπεύει να παρατήσει την ποίηση. Δημοσιεύει περίπου εναλλάξ ποίηση και πρόζα.
Η παραδοσιακή λογοτεχνική θεωρία χωρίζει τον αφηγητή σε δύο είδη: τον πρωτοπρόσωπο και τον τριτοπρόσωπο. Διαβάζοντας το βιβλίο της Γκίκα μου ήλθε στο μυαλό μια άλλη τυπολογία: Ο αφηγητής που εξαφανίζεται πίσω από την αφήγησή του, και ο αφηγητής που βρίσκεται συνεχώς σε πρώτο πλάνο. Στην πρώτη περίπτωση για παράδειγμα ανήκει η Έρη Ρίτσου, της οποίας διαβάσαμε πρόσφατα το δεύτερο πεζογράφημα. Ο αφηγητής υποχωρεί στο βάθος αφήνοντας τους ήρωες να μιλήσουν, σε ένα μυθιστόρημα όπου κυριαρχεί ο διάλογος.
Και αυτό δεν έχει να κάνει με την τριτοπρόσωπη αφήγησή της. Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση του Ανδρέα Μήτσου, για να θυμηθούμε το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο σκύλος της Μαρί», ο αφηγητής βρίσκεται συνεχώς σε πρώτο πλάνο, σχολιάζοντας και αναλύοντας τα πρόσωπα και τις πράξεις τους.
Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση βέβαια ο αφηγητής δεν κρύβεται στο παρασκήνιο, ιδιαίτερα όταν είναι αυτοδιηγητικός και όχι μάρτυρας. Όμως και πάλι υπάρχουν διαβαθμίσεις πόσο κοντά βρίσκεται στο μπροστινό μέρος της σκηνής ή πόσο στο βάθος της.
Η Ελένη Γκίκα είναι από τους πρωτοπρόσωπους αφηγητές που βρίσκεται στην άκρη άκρη της σκηνής. Σε μια σκηνή όπου η πλατεία είναι άδεια από θεατές. Αυτός που λέμε «αποδέκτης της αφήγησης» είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Αν υπάρχει κάποιος αποδέκτης, αυτός μάλλον είναι ένας ψυχαναλυτής, οπότε πρέπει να αλλάξουμε τη μεταφορά, η Γκίκα δεν βρίσκεται πάνω στη σκηνή αλλά σε ένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι, όπου, κατά το πρότυπο της ψυχανάλυσης, μιλάει με ελεύθερους συνειρμούς. Ή μάλλον όχι η ίδια, αλλά η αφηγήτριά της, μια και η σύγχρονη λογοτεχνική θεωρία ξεχωρίζει τον συγγραφέα από τον αφηγητή, ανεξάρτητα αν ο αφηγητής, άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο, δεν είναι παρά μια περσόνα του συγγραφέα.
Ίσως και αυτή η μεταφορά να είναι ανεπαρκής. Ακόμη και με τους ελεύθερους συνειρμούς του ο ψυχαναλυόμενος προσπαθεί να πει κάτι στον ψυχαναλυτή. Εδώ βρισκόμαστε περισσότερο στην περίπτωση του εσωτερικού μονόλογου. Η αφηγήτρια μοιάζει να αναπολεί μια ιστορία και όχι να την αφηγείται. Και στην αναπόληση μιας ιστορίας ο ελεύθερος συνειρμός παίζει κυρίαρχο λόγο. Η αφήγηση δεν είναι μια ευθεία, αλλά ένα συνεχές ζιγκ ζαγκ, ή μάλλον είναι σαν τις γραμμές σε ένα καρδιογράφημα, που πηγαίνουν πάνω και κάτω από μια ευθεία.
Έτσι και η αφηγήτρια της Γκίκα. Το ερμητικά πυκνό και αφαιρετικό, συχνά κρυπτικό, στην αφήγησή της, ερμηνεύεται σαν μια καθόλου επιμελής προσπάθεια καταγραφής της αναπόλησης μιας ερωτικής περιπέτειας, στην οποία ο συνειρμός κυριαρχεί.
Ο συνειρμικός αυτός χαρακτήρας της αφήγησης αιτιολογεί και τον διακειμενικό της χαρακτήρα: Δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει σε τέτοια συχνότητα σε αφήγηση αναφορές και παραπομπές σε συγγραφείς, ηθοποιούς, ζωγράφους, μουσικούς, βιβλία ταινίες κλπ. Κάποιους τους ξέρουμε. Ποιος μπορεί όμως να ξέρει τον Τεντ Χιουζ αν δεν ξέρει τη βιογραφία της Σίλβια Πλαθ;
Σε ένα μεταμοντέρνο παζλ ονομάτων υπάρχουν και αυθεντικά αποσπάσματα από βιβλία, Φρόιντ, κλπ. Η Γκίκα σπάνια μπαίνει στον κόπο να μας τα ταυτοποιήσει. Τα βάζει όμως σε πλαγιαστά, για να δείξει ότι δεν είναι δικά της. Έτσι αίρεται κατά τόπους και η εντύπωση της αμεσότητα της ροής της συνείδησης της αφηγήτριας.
Ο συνειρμικός χαρακτήρας της αφήγησης ερμηνεύει και την αδιαφορία για την ταυτοποίηση των γεγονότων χωροχρονικά. Μόνο το πριν και το μετά ξεχωρίζουν. Επίσης και ο χώρος της κύριας ιστορίας, που είναι η Ρόδος. Ποιος όμως είναι ο χώρος των αναδρομών, η κοινή γενέθλια πόλη της αφηγήτριας και του φίλου της, με τον οποίο περνάει ένα ευτυχισμένο εικοσαήμερο; Δεν μας το λέει.
Πότε συνέβησαν λοιπόν τα γεγονότα που μας αφηγείται η Ελένη Γκίκα; Δεν θα μας το πει. Όμως το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
Γράφει κάπου προς το τέλος: «Το βράδυ πήγαμε σε ένα συνοικιακό, θερινό σινεμά και είδαμε τη ‘Φρίντα’».
Το ότι η ιστορία λαμβάνει χώρα καλοκαίρι το ξέρουμε ήδη. Όμως πότε;
Πηγαίνουμε στο google και ψάχνουμε για τη «Φρίντα». Περιμένετε.
Το βρήκαμε. Σκηνοθέτης η Julie Taymor, και πρωταγωνιστές η Σάλμα Χάγιεκ, ο Άλφρεντ Μολίνα και ο Αντόνιο Μπαντέρας. Γυρίστηκε το 2002. Το 2002 είναι λοιπόν το terminus post quem, και το terminus ante quem φτάνει μέχρι τη συγγραφή του έργου, υποθέτουμε λίγο πριν την έκδοσή του. Τα θερινά σινεμαδάκια παίζουν και παλιές ταινίες.
Μόνο στις ερωτικές ιστορίες των Άρλεκιν υπάρχει happy end. Στα σοβαρά μυθιστορήματα το τέλος είναι συνήθως unhappy. Έτσι και εδώ, η ηρωίδα δεν άντεξε τον αλκοολικό ήρωά της και τον εγκατέλειψε. Με πόσο κομψό τρόπο, είναι αλήθεια! «Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς» του γράφει. Στο λιγότερο ποιητικό: «Θα ’ταν καλύτερα για σένα να με ξεχάσεις».
Και η ηρωίδα;
Αν ο ήρωας κουβαλάει το φορτίο της αυτοκτονίας του πατέρα του, αυτή κουβαλάει το θάνατο της μάνας της πάνω στη γέννα και επίσης το θάνατο του πατέρα της.
Η ηρωίδα γράφει κάμποσες φορές ότι θέλει να την αγαπάνε. «…όλο εκείνο το ‘φλερτ’ με τη μάνα και τον πατέρα μας, τον δάσκαλο και τον φροντιστή μας, τον ‘φίλο’ μας και τη φίλη μας, τη συμμαθήτριά μας, τον συνάδελφο και τον… τροχονόμο στη γωνία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παιδικά άρρωστο ‘αγάπα με’ που μονάχα σαν βυθιστούμε μες στη σιωπή και τη μοναξιά θα μπορέσει, ενδεχομένως, κάποτε, και να γιατρευτεί» (σελ. 31). Θυμήθηκα ένα βιβλίο που μετάφρασα, το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του Τζέημς Χάντφηλντ. Δεν ήξερα πώς να μεταφράσω τη λέξη ingratiating. Πρόκειται για τον τύπο ανθρώπου, ή μάλλον ασθενούς, που θέλει να κάνει πράγματα που να ευχαριστούν τους άλλους, γιατί έχει μεγάλη ανάγκη να τον αγαπάνε. Η απόρριψη τον συντρίβει. Πρόκειται συνήθως για παραχαϊδεμένα παιδιά, όπως είναι τα μοναχοπαίδια. Μοναχοπαίδι και εγώ, είμαι πάντα πρόθυμος να γράψω βιβλιοκριτική για κάθε βιβλίο που μου δίδουν.
Μπορεί ένα βιβλίο να είναι αυτοβιογραφικό; Σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, ναι. Ακόμα και η βιβλιοκριτική. Δεν φαντάζεστε πόσο μου άρεσε το 12ο κεφάλαιο, που αναφέρεται στο Μαρόκο. Ακόμη και για το πώς φτιάχνεται το κουσκούς γράφει.
Η θεωρία της αφήγησης μας λέγει ότι υπάρχουν οι εξής σχέσεις ανάμεσα στο χρόνο της ιστορίας και στο χρόνο της αφήγησης, το χρόνος δηλαδή που χρειάστηκε να συμβεί ένα γεγονός ή που θα χρειαζόταν να συμβεί αν ήταν πραγματικό, και το χρόνο που χρειάζεται για να το αφηγηθούμε ή για να διαβάσουμε τις σελίδες που το αφηγείται κάποιος. Η κλασική περίπτωση είναι η περίπτωση της περίληψης, όπου ο χρόνος της ιστορίας είναι μεγαλύτερος από το χρόνο της αφήγησης. Στους διαλόγους έχουμε περίπου ισοχρονία. Η τελευταία περίπτωση κατά την οποία ο χρόνος της αφήγησης είναι μεγαλύτερος από το χρόνο της ιστορίας είναι σπανιότατη. Στους δασκάλους που δίδασκα στο πρόγραμμα της εξομοίωσης ανέφερα φανταστικό παράδειγμα. Σ’ αυτό το βιβλίο της Γκίκα βρήκα επί τέλους ένα παράδειγμα που θα το χρησιμοποιώ στη διδασκαλία.
«Λοιπόν, τι σκέφτεσαι, θα μου το πεις τελικά τ’ όνομά σου; Ή τώρα το σκέφτεσαι;» (σελ. 43).
«Λοιπόν;», ξαναρωτά μετά από τρεις σελίδες.
«Σαβίνα. Με λένε Σαβίνα».
Οι σκέψεις της αφηγήτριας δεν μπορεί να κράτησαν τόσο χρόνο όσο θέλουν να διαβαστούν αυτές οι τρεις σελίδες, σκέψεις που αναφερόταν στο πως πήρε αυτό το όνομα, για τον παππού της, τη μαμά της κλπ. Είναι ένας κλασικός τρόπος για να κρατήσει ο συγγραφέας τον αναγνώστη σε αγωνία, ή ένα πρόσχημα για αναδρομές στο παρελθόν που φωτίζουν την προσωπικότητα του ήρωα ή κάποια γεγονότα.
«Κι ο Μπάμπης; Τι σόι ιστορία ένας Μπάμπης μπορεί να γράψει;» (σελ. 56).
Διαβάζοντας αυτή τη βιβλιοκριτική ξέρετε τι σόι βιβλιοκριτική μπορεί να γράψει ένας Μπάμπης. Τουλάχιστον ο Μπάμπης Δερμιτζάκης.
Posted by Babis Dermitzakis at

ΥΓ. Το ανέβασε κάποια στιγμή ο Μπάμπης Δερμιτζάκης (σύντροφός μου στα σοκολατάκια και όχι μόνο που κάτι του χρωστώ, δεν ξέχασα Μπάμπη) στο Λέξημα, το ανέβασε και στο μπλογκ του. Μπάμπη, κοίτα τα δεις σύμπτωση, σήμερα το πρωί σκεφτόμουν ότι αυτό το βιβλίο, ναι-σιγά-δεν-πολυείναι-καλό! Αχ Μπάμπη, ούτε στην κεφάλα μου να ήσουν! Διαβάζοντάς σε με έκανες να το... ψιλοαγαπήσω. Μπάμπη, σ' ευχαριστώ (και δεν ξεχνώ!) (αλλά με μπέρδεψες την Κυριακή με το προφιτερόλ!)

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Βόλτες στο Πήλιο

Συνέντευξη στο "Αίθριον" του Πανδοχείου

7/9/2009

Τρελαίνομαι για τη σιωπή. Και για τις ιστορίες που καταφθάνουν σαν έρωτας, κεραυνοβόλα, και κατακέφαλα με κτυπούν.

Στο αίθριο του Πανδοχείου. Ελένη Γκίκα

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, αυτά τα “Γράμματα στον πατέρα” σε ηλικία... δώδεκα χρονών που δεν θα ξεχάσω ποτέ (ενδεχομένως επειδή ήθελα να τα στείλω ή να γράψω κι εγώ στη μαμά μου), Ντοστογιέφσκι, στον οποίο γυρνώ και ξαναγυρνώ (ο πρίγκιπας Μίσκιν που με σημάδεψε, ο μισάνθρωπος αυτός που ώρες – ώρες κάτι μου θυμίζει από το “Υπόγειο”, οι “Λευκές νύχτες” του αλλά και όλα όλα, ο Μπόρχες, Ευαγγέλιο και ξόρκι για κάθε κακό, η Πλάθ, ο Χιουζ με αυτά τα συγκλονιστικά “Γράμματα γενεθλίων”, η Ντίκινσον, ο Καρυωτάκης, ο Μαγιακόφσκι και το “σύννεφό” του, η Γιουρσενάρ, η Μπλίξεν, η Βιρτζίνια Γουλφ δίχως αμφιβολία, τα Πατερικά Κείμενα, είναι στο κομοδίνο μου, στην καρδιά μου, πάντα μα πάντα σε πρώτη ζήτηση, εδώ, εκεί.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.

Τα Διηγήματα και τα Ποιήματα του Μπόρχες, η “Άβυσσος” της Γιουρσενάρ, “Ο Ηλίθιος” του Ντοστογιέφσκι, “Η Άννα Καρένινα” του Τολστόι,“Ο γυάλινος Κώδων” της Σύλβια Πλαθ, “Το σύννεφο με τα παντελόνια” του Μαγιακόφσκι, “Το σπάσιμο” του Φιτζέραλντ, “Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων” του Λιούις Κάρρολ σ' όλες τις εκδοχές, ο Άντερσεν ακόμα και τώρα με τα σκοτεινά παραμύθια του...

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα απίστευτα του Πωλ Μπόουλς, ειδικά όσα βρίσκονται στον “Σκορπιό” (εκδόσεις “Απόπειρα”), όλα τα διηγήματα του Μπόρχες (το... “άλεφ” εννοείται!), τα διηγήματα της Κάρεν Μπλίξεν “Ανέκδοτα του πεπρωμένου”, “Οι επτά γοτθικές ιστορίες” και “Οι ιστορίες του χειμώνα”, τα διηγήματα της Κάθριν Μάνσφηλντ “Το γκάρντεν πάρτι”...

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Μαρία Μήτσορα από τα πρώτα της κιόλας! “Αννα, να ένα άλλο”, το έχω διπλό, “Σκόρπια δύναμη”, “Η περίληψη του κόσμου” και “Ο ήλιος δύω”, πήγαινα στο Αντί, δεκαεννιάχρονη, έμενε απέναντι. Η γάτα της ήταν ερωτευμένη με τον γάτο μας τον... Ερρίκο! Ναι, αυτό που κάνει η Μαρία, μ' αρέσει πολύ! Και ο Καλλιφατίδης. Μ' αρέσει ο ερωτισμός για τη γλώσσα, ο τρόπος που όλα είναι παρτίδα σκακιού, αυτός ο αισθησιασμός που υποδόριος στο κείμενο, σε κάνει να τον λατρεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Μίσκιν, για να του μοιάσω, η Άννα Καρένινα που μου έχει κάνει ζημιά! Όποτε ερωτευόμουν, γύρευα... τρένο! Ο Χίθκλιφ, αλλά πού να τον βρεις! Ο “υπέροχος Γκάτσμπι”, μήπως τον είδε κανείς???

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Διαρκώς! Μαζί τους ζω κι όταν ακόμα χωρίσουμε! Αλλά εκείνοι που δεν είχαν, τελικά, ξεκολλημό, ήταν και οι πλέον.... κρυπτόμενοι: ο Άγγελος από το “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς” που με παρέσυρε, τελικά, στον “Υγρό χρόνο” του και η Σαβίνα, επίσης, από το ίδιο, που σαν κούκλα ήρθε και ράγισε στο “Πλήθος είμαι”. Καθόλου τυχαίο αυτό! Ο πρώτος, μέσ' στον σαγηνευτικό του αλκοολισμό, άφησε μόνον λίγα χειρόγραφα, σελίδες ημερολογιακές. Εκείνη, ό,τι είχε να πει, το έλεγε μέσα από κείμενα άλλων, πού να την βρεις!

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού, αλλά παντού, όμως! Και ειδικά σε δωμάτια ξενοδοχείων! Τα λατρεύω αυτά! Αν είχα χρήματα, δεν θα είχα σπίτι. Σε ξενοδοχείο θα έμενα, πάντα. Για πάντα. Αλλά όσο περνά ο καιρός, κυριολεκτικά παντού! Περπατάμε μαζί, ούτε καν παράλληλα. Εγώ και η ιστορία. Η μάλλον η ιστορία και ξοπίσω, ασθμαίνοντας, εγώ. Και οι ήρωες, όλοι, χεράκι- χεράκι με μένα. Τους έχω ανάγκη και το ξέρουν αυτοί. Γι' αυτό και όσο περνά ο καιρός, με καταδέχονται παντού.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο... ερωτικός! Να με χτυπήσει η ιστορία, κατακούτελα! Κι ο τίτλος! Κι ο ήρωας! Ε και μετά να την ξεθάβω έκθαμβη σιγά – σιγά! Να μου λύνει απορίες, να με γεμίζει απορίες, να μου εξηγεί τη ζωή. Αλλά και το αθέατο. Του κόσμου και το δικό μου.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τρελαίνομαι για τη... σιωπή! Με μαγεύει η τζαζ, η όπερα και η σιωπή. Όταν γράφω, ακολουθώ την μουσική της ιστορίας. Δεν μου αρέσει καθόλου να μπερδεύω τις μουσικές. Ούτε και να υπαγορεύω εγώ στους ήρωες το ρυθμό, μ' αρέσει ν' ακολουθώ τα βήματά τους. Χορεύω στο δικό τους... χορό. Φτάνει να πετύχει όλη αυτή η... τελετουργία και να συντονιστώ. Η πρώτη σελίδα είναι το δύσκολο. Μετά ακολουθώ την ουρίτσα. Την κρατώ πια κι αυτό μου είναι αρκετό.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα πρώτα που κυκλοφόρησαν ήταν ποίηση. Ένα παιχνίδι με πρόσχημα ή όχημα τα γράμματα, παιχνίδι ζωής και θανάτου, τελικά. Μ για το μέλι, τη μαμά και το μαχαίρι (παιδική ηλικία, “Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα), Ε για τον Έρωτα και την δική του αλλόκοτη Ερημιά (εφηβεία, “Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι”), Σ για την σάρκα που μας σταυρώνει, τελικά (ηλικία της ωριμότητας, “Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα”), Θ για το... φινάλε που είναι θάνατος αλλά και θαύμα και Θεός (γήρας να το πω? “Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα”) και Άλφα διότι όλα εν τέλει ξαναρχίζουν (Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω”). Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή “Το γράμμα που λείπει”. Τώρα στα πεζά...Επιθυμία, Ενοχή, οι βασικές εμμονές. Και η επανάληψη ως μοτίβο πεπερασμένου σύμπαντος και ζωής, κατά το θεώρημα του Πουανκαρέ. Τα ίδια λάθη, λες από μνήμη κυττάρου. Στο “Αναζητώντας τη Μαρία” μια κόρη βάδιζε ακριβώς στ' αχνάρια της μητέρας, κάνοντας τα όλα ακριβώς αλλιώς! Στο “Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;” ένας άνδρας “σκυφτός” από αρχαίο τρόμο, έχασε τη Μεγάλη Συνάντηση και τη Μεγάλη Στιγμή. Στο “Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου” η Μαρίνα της Βορινής κουζίνας “συνομιλούσε” με μιαν άλλη Μαρίνα που είχε ζήσει 150 χρόνια σε μια άλλη κουζίνα, αψηφώντας εκείνο που όλο το σώμα της επιζητεί. Στο “Χαίρε παραμύθι μου” δυο εραστές βαδίζοντας στα βήματα του Μαγιακόφσκι και της Λίλια Μπρικ, χάνουν το πρόσωπό τους. Στο “Αίνιγμα του άλλου” τρεις σε μια ερωτική δίνη, βλέπουν το ίδιο αλλιώς, αναγνωρίζοντας πως ο μεγάλος άγνωστος δεν είναι ο άλλος, αλλά ο επικίνδυνος, άγνωστος Εαυτός. Στο “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς” οι δυο ήρωες “φεύγουν” μακριά από το παρελθόν τους και σκουντουφλούν πάνω του στην άκρη της γης. Στο “Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω” οι δυο κόντρα ρόλοι της ίδιας γυναίκας. Στον “Υγρό Χρόνο” ένα ερωτικό γαιτανάκι γύρω από έναν νεκρό. Τον πιο ζωντανό, όλων! Στο “Πλήθος Είμαι” η ηρωίδα αυτής της άτυπης τετραλογίας (που ξεκινά από το “Αν μ' αγαπάς, μη μ' αγαπάς”) επιστρέφει. Στο πατρικό σπίτι που “ευνοεί” τον αλλόκοτο έρωτα και το Κακό. Η θεωρία της επαναληπτικότητας, στην απόλυτη πράξη. Στα παραμύθια, ένα που κυκλοφορεί (“Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα”) και τα άλλα που ακολουθούν (“Η Νεφέλη στο νησί του Παντός”) το θαύμα της τέχνης. Μια μικρή ηρωίδα που μπαινοβγαίνει στις ζωγραφιές, στις ιστορίες, στις καρτ- ποστάλ, στις μουσικές.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο βιβλίο είναι το “Πλήθος Είμαι” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο. Και είναι εκείνο που ήδη σας είπα: το λάθος και το πάθος που μας ακολουθεί. Ένα σπίτι που, ως ζωντανός οργανισμός, αναπαράγει σχεδόν “την ίδια στιγμή”. Και μια γυναίκα η οποία για να ξεφύγει, μέσα απ' τα κείμενα, γίνεται άλλη. Γίνεται “άλεφ”, όλοι, οι άλλοι. Για να επιζήσει και να κατανοήσει, για να αγγίξει το ύψιστο, τελικά. Και για να λύσει την κατάρα ή τον γρίφο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το καινούργιο της Τόνι Μόρισσον, “Έλεος”. Συγκλονιστικός τίτλος. Και τελειώνω (το διαβάζω σιγά- σιγά, δεν θέλω να μου τελειώσει) τους “Maytrees” της Annie Dillard (Εκδ. “Ίνδικτος”), για την τεράστια Λου! Δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο που να μπορεί να αγαπά αιώνια με αυτόν τον τρόπο! Ε ναι, ήθελα να είμαι η... Λου. Κι ας με.... προδώσουν όσοι αγαπώ!

Τι γράφετε τώρα;

Ένα μυθιστόρημα, αλλά με εμποδίζει ένα... άλλο! Μπήκε με το “έτσι θέλω” στη δική μου ζωή και θα πρέπει οπωσδήποτε να το ακολουθήσω. Αλλά αν το πω, φοβάμαι ό,τι θα μου χαλάσει, είναι λιγάκι σαν το... μυστικό. Σκάβεις ένα λακκάκι στο χώμα, στο βουνό, ή χαράζεις το δέντρο, ε κι εκεί το λες. Για να εξακολουθεί να υπάρχει και να σε βρει. Αλλιώς...

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Διαβάζω σαν μανιακή, από μικρό παιδί. Διαβάζω όπως πίνω νερό, αναπνέω. Το πρώτο που κάνω όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί. Και το τελευταίο, προτού τα κλείσω το βράδυ. Διαβάζω για μένα. Ε είχα και την σπάνια τύχη όλο αυτό να το έχω και... δουλειά, δηλαδή πως να το πω... θα πλήρωνα για εκείνο που με πληρώνουν να κάνω! Και εννοείται ότι όλη αυτή η αναγνωστική δίψα, συνήθως σε οδηγεί στη γραφή. Η ιστορία σου που την βλέπεις να σχηματίζεται ή την ξεθάβεις στο άσπρο χαρτί, έχει για σένα, τις πιο μεγάλες εκπλήξεις. Φιλοδοξείς, βεβαίως, εις μάτην μάλλον, να σου κρατά κι όλες τις απαντήσεις! Αλλά μπα, δεν... ίσως γι' αυτό και να γράφουμε και να ξαναγράφουμε. Αλλά και δεν μπορείς να ζήσεις διαφορετικά. Όχι, για μένα, ανάγνωση και γραφή, είναι ένα. Το ίδιο. Η ζωή μου. Η Εδέμ. Ελπίζω ο καλός Θεός να με στείλει, πεθαίνοντας, σε... αναγνωστήριο.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν;

Ξανάγινα... παιδί! Καθόλου τυχαίο το σύνηθες σχόλιο για τα “alef” και “moha” “δυο πιτσιρίκια που παίζουν!”. Έκανα φίλους, είδα να μ' αγαπούν ως άγνωστη άλλη, έφτασε ως εμένα ένα θεόσταλτο παιδί! Η Νεφέλη, η βαφτιστήρα μου. Από φίλο καλό (που γνώρισα στο... ίντερνετ!) γνώρισα τον μπαμπά της. 'Ηρθε με την μαμά της κρατώντας στους ώμους ένα θεικό μωρό. Με ξανθά κοτσίδια ολόρθα και μου πέρασε τα χεράκια της στο λαιμό. Ναι, αυτό το υπέροχο παιδάκι μου το έστειλε ο καλός άγγελος του διαδικτύου. Και πιστέψτε με, όχι μόνο, αυτό!
Σας ευχαριστώ.

YΓ. Δημοσιεύθηκε στο “Αίθριον” του “Πανδοχείου” στις 9 Αυγούστου 2009 και στο Mic (www.mic.gr/books.asp?id=18480) στις 7 Αυγούστου 2009 από τον φιλόξενο “πανδοχέα” Λάμπρο Σκουζάκη και θερμά τον ευχαριστώ. Δεν μ' έχουν πολυσυνηθίσει σε κάτι τέτοια, συνήθως στέκομαι απέναντι. Αυτή τη φορά με “υποχρέωσε” όμως να σκύψω να δω. Πόσο χαρούμενη και δυνατή με κάνουν, τελικά, τα βιβλία. Γενικώς τα βιβλία. Και των άλλων, ακόμα πιο πολύ!
Στο μεταξύ, γύρισα στη γωνιά μου, ξαναχώθηκα στα βιβλία και μ' αρέσει πολύ. Αυτά. Ας πάμε παρά κάτω, όμορφα θα 'ναι. Και μαγικά. Όπως είναι η ζωή εάν κατορθώνουμε να κρατάμε ανοιχτά τα μάτια και την καρδιά μας. Ας προσπαθήσουμε, έστω. Κάτι είναι κι αυτό, ναι?

Η Ιουστίνη Φραγκούλη έγραψε για το ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ

Wednesday, August 19, 2009

Πλήθος είμαι



Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Τη γνωρίζω όλο και περισσότερο μέσα απο τις επαφές μας στην Ελλάδα, πότε στην Αγκυρα και πότε σε φαγάκια μετα τις αλλεπάλληλες συμμετοχές της σε παρουσιάσεις .Το ταξίδι της περασμένης άνοιξης στη Ρόδο με έκανε να ανακαλύψω τη δροσιά που κρύβει αυτό το ξεχωριστό πλάσμα, που λέγεται Ελένη Γκίκα και σεμνύεται για το μεγάλο ταλέντο της στη γραφή αλλά και τη διεισδυτικότητά της κατα το διάβασμα των άλλων.

Πήρα το νέο της βιβλίο στα χέρια με τίτλο δανεισμένο απο τον Μπόρχες «Πλήθος Είμαι» εκδόσεις Αγκυρα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως με αυτό το μυθιστόρημα η Ελένη Γκίκα θέλει να ξορκίσει το πένθος της για το τέλος, αυτό που τελικά φέρνει μια καινούρια αρχή στην άναρχη ύπαρξή μας.

Και έμεινα ξάγρυπνη να τυραννιέμαι απο τη Σαβίνα της, μισοαληθινή-μισοψεύτικη που χώθηκε στο υπόγειο της παιδικής της ηλικίας αναζητώντας τη μάννα της, τον πατέρα της, τον εραστή της, το ξένο αδερφάκι μα πάνω απ΄όλα την πορσελάνινη κούκλα της.

Η Σαβίνα , ηρωίδα της τριλογίας της ,γύρισε στο πατρικό της όπου τώρα πιά δεν είναι κανένας. «Κανέναν δεν βρήκε. Παρα μονάχη σκόνη, σκουριά και ερημιά».

Η Σαβίνα «θα βγεί στους δόρμους και με μεγάλα βήματα θα δρασκελίσει το παρελθόν. Μήπως και κατορθώσει να βρεί ανάπαυση στο παρόν της.»

Ετσι λοιπόν, σκυμμένη πάνω στους χάρτινους ήρωές της, με πυξίδα τις αναγνώσεις της, η Σαβίνα των διαρκών απογοητεύσεων θα προσπαθήσει ν’ ανασύρει απο το υγρό υπόγειο τις αναμνήσεις της, που ενώ στα πρώιμα χρόνια είχαν βαφτεί στα λιλά χρώματα της αισιοδοξίας , ξαφνικά στην εφηβεία χάθηκαν μέσα στο θραύσμα κι έγιναν αίμα, σιωπή, πόνος.

Ακόμη και η σχέση της με τον Αγγελο της μεγάλης ερωτικής ευωχίας κι αυτή μέσα απο τα βιβλία πέρασε κι έγινε κωδικός κοινής ύπαρξης. Βιβλία που αντάλλαξαν υπογραμμίζοντας σημεία-κοινούς κωδικούς πνευματικής συνενοχής και συνεννόησης. Βιβλία, που σταθμίζουν την αλήθεια τους μέσα απο την ανθρωποκεντρική προσέγγιση της ζωής.

Κι όλο σκαλίζει η Σαβίνα κι όλο βυθίζεται σε πετρωμένες λάβες, λερά υγρά υπόγεια, ψάχνοντας απελπισμένα την πορσελάνινη κούκλα μα πάνω απ όλα το τυχαίο που ανέτρεψε την κανονικότητα της εύρυθμης ζωούλας της. Το τυχαίο, το κομβικό σημείο που ανακάτεψε την ομαλότητα της ψυχής σπρώχνοντάς την στο παράλογο.

Σε τούτο το βιβλίο της η Ελένη Γκίκα έτσι απλά χωρίς τεχνάσματα θέτει ωμά ,ξεσκέπαστα, ειλικρινά την υπαρξιακή αγωνία στο έπακρό της. Ολόγυμνη την αλήθεια αναζητεί μέσα απο την ηρωίδα της, που περνάει απο αμφισβητήσεις, παρατηρήσεις, ενοχές, αναμνήσεις εστιάζοντας τον πόνο της στην ίδια την ανθρώπινη οντότητα.

Μαχαίρι είναι τούτο το βιβλίο, που τέμνει εγκάρσια την ψυχή και τη ζορίζει να συνέλθει απο τις αυταπάτες της. «Δεν είναι χρόνος τετελεσμένος το παρελθόν. Και η ζωή δεν ειναι τετελεσμένη ούτε δεδικασμένη ούτε υποθηκευμένη», γράφει η Ελένη Γκίκα.

Κάθε λέξη της ένα κουδούνισμα στ΄αυτιά, κάθε φράση της μια ρεαλιστική ερμηνεία της ζωής που ανατρέπεται απο το τυχαίο δίνοντας χώρο και χρόνο για περισσότερη προσωπική βάσανο. «Στην άσπρη σελίδα ο Χώρος και ο Χρόνος. Ο,τι ζήσαμε κι ό, τι θα ζεί. Το θεϊκό παρόν.»

Οπως και στα άλλα δύο βιβλία της τριλογίας, έτσι και σε τούτο το ταξίδι της προσωπικής αναζήτησης, του επαναπροσδιορισμού μέσα απο τους άλυτους γρίφους του παρελθόντος, η Ελένη Γκίκα εγκιβωτίζει σπουδαία συγγραφικά έργα άλλων, ειδωμένα με τη δική της κοφτερή και άναρχη ματιά. Φέρνει στο κείμενό της απο Ντοστογιέφσκι μέχρι Καραπάνου, απο Ρούθ Ρέντελ μέχρι Μάρω Βαμβουνάκη.

Αν ο διακειμενισμός θεωρείται αμαρτία στη συγγραφική πραγματικότητα, στο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα αποτελεί ευλογία καθώς η συγγραφέας δεν κρύβει τις επιρροές της , αντίθετα με παρρησία και εισαγωγικά τις ενσωματώνει ευθαρσώς στο βαθειά υπαρξιακό της κείμενο.

Διάβασα το βιβλίο αργά και με πάθος στο μπαλκόνι με θέα τη λίμνη. Το σημείωσα, το μάτωσα κυριολεκτικά με κόκκινο μολύβι,κάθε που υπογράμμιζα μια φράση ζωής.

Ταράχτηκα με τούτο το ανάγνωσμα, σκίστηκαν τα σωθικά μου απο τον εντοπισμό θραυσμάτων αλήθειας , που θάθελα να κρύψω βαθειά μέσα μου κάτω απο περίτεχνα κεντημένα πετσετάκια της μαμάς μου.

Η Ελένη Γκίκα, η Σαββίνα με χάρισε όχι μόνο το ωραίον ταξίδι αλλά την αντάρα ενός αναγνώσματος, που είχα χρόνια να νιώσω μέχρι τα τρίσβαθά μου. Κι έτσι μπορώ να σιγοψιθυρίζω τώρα στον ανυποψίαστο γιό μου: «Θα είμαι όλοι ή κανείς, θα είμαι ο άλλος!»


Βιογραφικό της Ελένης Γκίκα

Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε και εξακολουθεί να ζει στο Κορωπί. Με απιστία κάποιων χρόνων στην Αθήνα. Το μόνο που έμαθε σ’ αυτή τη ζωή (και που κάνει κέφι να κάνει) είναι να διαβάζει. Βιβλία, Μανιωδώς. Από δίψα γραφής έγραψε κιόλας: Μυθιστορήματα, ποίηση, διηγήματα, συνεντεύξεις, άρθρα και κριτικές σε περιοδικά κι εφημερίδες.

Δημοσιογράφος είναι, ξεκίνησε από το «Αντί» και το «Φαντάζιο», όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό. Για δέκα χρόνια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και στις Εικόνες. Και με αντικείμενο το βιβλίο πάντοτε, εδώ και 15 χρόνια, στο «Έθνος της Κυριακής». Έχει την επιμέλεια της νεοελληνικής σειράς στις εκδόσεις «Άγκυρα». Έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές, δυο συλλογές με διηγήματα, εννιά μυθιστορήματα, έναν τόμο με συνεντεύξεις και ένα παραμύθι.

Το "Πλήθος Είμαι" είναι το ενδέκατο μυθιστόρημά της.

ΕΡΓΑ ΤΗΣ:

ΠΟΙΗΣΗ:«Σηματοδότες», 1984«Δρασκελιές», Θεωρία, 1988«22 χρωματικές μεταμφιέσεις και 11 αιρετικά ποιήματα», Δωδώνη, 1992«Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα», Φιλιππότη, 1996«Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι», Φιλιππότη, 1997«Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα», Φιλιππότη, 1998«Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα», Άγκυρα, 2000«Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω» Άγκυρα, 2002«Εν αταξίαις άτακτοι όντες» Άγκυρα, 2006«Το γράμμα που λείπει» (υπό έκδοση)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ:«Όνειρα από Toplexil», Φιλιππότη, 1997«Εάν ο Καρυωτάκης παντρευότανε την Πολυδούρη», 1998«Μια καρδιά στο στομάχι» (υπό έκδοση)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ:«Αλήθεια, τα τρως ακόμα τα νύχια σου;», Φιλιππότη, 1996«Αναζητώντας τη Μαρία», Άγκυρα, 1998«Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;», Άγκυρα, 1999«Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου», Άγκυρα, 2001«Το αίνιγμα του Άλλου», Άγκυρα, 2003«Οι κούκλες δεν κλαίνε», Άγκυρα, 2004«Χαίρε, παραμύθι μου», Άγκυρα, 2005«Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς», Άγκυρα, 2006«Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω», Άγκυρα, 2007«Υγρός Χρόνος», Άγκυρα, 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ:«Δι’ εσόπτρου εν αινίγματι», Φιλιππότη, 1998«Άρον, άρον εγέννετο αύριο» (υπό έκδοση)

ΠΑΡΑΜΥΘΙ:«Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα», Άγκυρα, 2007

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Το πληγωμένο κοτσύφι, που βαριοπέταξε και κρύφτηκε στους θάμνους, είμαι εγώ, ενώ το λευκό περιστέρι που δεν θα πετάξει ποτέ, θα μπορούσε να είναι η ψυχή μου».
σελ.285

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Θυμάται τον Ματίς στην «Απόκρυφη οικειότητα» του Ίβαν Κλίμα: «Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως έρχεται και να συνειδητοποιούμε πως όλα θα περάσουν κάποια μέρα: ο πόνος, η χαρά και, στο τέλος, ακόμα κι εμείς. Τι είμαστε εμείς, θαρρείς, σε σχέση με τον ουρανό και τ’ άστρα; Ή ακόμα και μπροστά σ’ ένα δέντρο; Τουλάχιστον μέσα στα δέντρα φωλιάζει η γαλήνη, ενώ εμείς στροβιλιζόμαστε μέσα σε μια δίνη πάθους, οργής, λαχτάρας και προδοσίας», αλλά καθόλου δεν την ικανοποιεί.
Θυμάται τον Ντάνιελ τον εφημέριο να χάνει την πίστη του αναζητώντας την «απόκρυφη οικειότητα» σε μια γυναίκα:
«Καλύτερα να πάτε σε κάποιον θεραπευτή».
«Δεν πιστεύετε, λοιπόν, στη θαυματουργική δύναμη;»
«Κανένας δεν θα μας σώσει από τον θάνατο εδώ, στη γη. Ακόμα κι ο Λάζαρος, που μπορεί πράγματι να τον είχε αναστήσει ο Ιησούς, πέθανε ξανά. Μπορεί και την άλλη μέρα. Ή τον άλλο χρόνο».
«Μου έλεγε ένας ιερέας, ότι κάποιοι διάσημοι επιστήμονες στην Αμερική είχαν υπολογίσει την ενέργεια που κρύβεται στο ανθρώπινο μυαλό όταν πεθαίνει», είπε ο διπλανός του. «Στην περίπτωση ενός πιστού, αυτή η ενέργεια φτάνει στο συν πεντακόσια και είναι εικοσιπέντε φορές μεγαλύτερη απ’ αυτήν που έχει ένας από τους πιο ισχυρούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αμερικής».
σελ.285-286

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Πόσο όμορφος είναι ο γαλάζιος ουρανός.
Θαυμαστά μας ευλογεί.
Ένα δώρο που ‘στειλε στον άνθρωπο ο Θεός,
Κι είναι δύσκολο με λόγια να εκφραστεί.

Κι όμως, πόσο συχνά το φως της αυγής
Πίσω απ’ τον φόβο του δειλινού κρύβεται
Ο άνθρωπος ξυπνάει σαστισμένος
Και η αλήθεια εξαφανίζεται».
σελ. 287

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Μοναξιά…
Δεν πιστεύω όπως πιστεύουν,
δεν ζω όπως ζουν,
δεν αγαπώ όπως αγαπούν…
Θα πεθάνω όπως πεθαίνουν».
σελ.211

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Κι ύστερα:
«Με κούρασε πολύ η Κυριακή
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Με κούρασε κι αυτός ο γάμος «στις οκτώ»,
ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μία-
κορίτσι πάλι η σκέψη και ταξίδευε
μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια».
Κι ύστερα:
«Σου είπα:
- Λύγισα.
Και είπες:
- Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσουν ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτά
Σταματημένο το ρολόι».
Κι ύστερα:
«Οι πιο μικρές αποστάσεις
είναι αποστάσεις αδιάβατες».
Κι ύστερα:
«…Έχω απολέσει κάτι, μα αγνοώ τι. Είναι μάλιστα αμφίβολο αν το κατείχα ποτέ, αυτό το κάτι. Κι όμως, είναι σίγουρο, το έχω απολέσει. Εξηγείστε μου ποια είμαι. Περιμένω από σας νέα μου».
Κι ύστερα…
σελ.204 - 205
Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…