Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Ποτέ δεν ξέρεις μ’ αυτούς που αγαπάς: αμελείς να τους κοιτάξεις μια στιγμή, και την επόμενη στιγμή έχουν χαθεί ή έχουν σκοτεινιάσει. Ακόμα και τα δέντρα – εξάλλου- το σκάνε πού και πού, έχουν άστατες διαθέσεις».
σελ.195

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Δεν σου έδωσα ούτε πρόσωπο, ούτε τόπο που να είναι δικός σου, ούτε κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ω Αδάμ, έτσι ώστε το πρόσωπό σου, τον τόπο και τα χαρίσματά σου να τα θελήσεις να τα κερδίσεις και να τα κατακτήσεις ο ίδιος. Η Φύση κλείνει άλλα είδη μέσα σε νόμους που εγώ θέσπισα. Αλλά εσύ, που κανένα όριο δεν περιορίζει, με τη διαιτησία σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύθηκα, ορίζεις μόνος τον εαυτό σου. Σε τοποθέτησα στο κέντρο του κόσμου, για να μπορείς καλύτερα να θωρείς όσα περιέχει ο κόσμος. Δεν σ’ έκανα ούτε ουράνιο ούτε γήινο ούτε θνητό ούτε αθάνατο, ώστε εσύ, μόνος ελεύθερος, σαν ένας καλός ζωγράφος ή ένας άξιος γλύπτης να τελειώσεις μόνος σου τη δική σου μορφή.
σελ. 207

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Είναι κάποια γεγονότα στη ζωή του καθενός μας που είναι καρμικά».
Θυμάται τον Αισχύλο, την πρόβλεψη που του είχε γίνει ότι θα πέθαινε από κάτι που θα του έπεφτε στο κεφάλι Απέφευγε σπίτια, πόλεις, δέντρα και βράχια, για να σκοτωθεί τελικά απ’ το καβούκι μιας χελώνας που ξέφυγε από τα νύχια ενός αετού.
Θυμάται και τον Περίανδρο, έναν απ’ τους επτά σοφούς. Που, σ’ ένα ξέσπασμα οργής, πιστεύοντας τις κατηγορίες που του λεν οι ερωμένες του, σκοτώνει την έγκυο γυναίκα του, χτυπώντας την μ’ ένα σκαμνί. Κι ύστερα, βάζει να κάψουν στην πυρά τις ερωμένες τους. Και σα να μην έφτανε όλο αυτό, η μάνα του, όντας ερωτευμένη μαζί του, ω ναι, όλα μπορούν να συμβούν σ’ αυτή τη ζωή, τον πείθει πως μια πολύ ωραία γυναίκα εκφράζει την βαθιά της επιθυμία να του δοθεί. Προυπόθεση, το απόλυτο σκότος και η σιωπή. Αλλά κάποια μέρα, υποκύπτοντας στον πειρασμό να δει αυτή τη σαγηνευτική ερωτευμένη, σηκώνει την λάμπα και την φωτίζει «τη σωστή στιγμή». Επιθυμεί τότε να την σκοτώσει, αλλά μη μπορώντας τελικά να το κάνει, τρελαίνεται, και η μητέρα του αυτοκτονεί. Εκείνος, επιθυμώντας ο θάνατός του να παραμείνει μυστήριο, διατάζει δυο νεαρούς να βγουν τη νύχτα από ένα κρυφό μονοπάτι, να σκοτώσουν τον πρώτο περαστικό και να τον θάψουν και τους πληρώνει γι’ αυτό. Κατόπιν διατάσσει μια μικρή στρατιά ν’ ακολουθήσει εκείνους, να τους σκοτώσουν και να τους θάψουν και τους πληρώνει γι’ αυτό.
Εκείνος, σκοτώνεται κυνηγώντας τους πληρωμένους από τον ίδιο δολοφόνους του. Κρατώντας για πάντα κρυφό έναν αληθινό κι έναν ψεύτικο τάφο και έχοντας την εντύπωση πως έτσι σκοτώνει τον ίδιο τον θάνατο.
σελ.193-194

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Να επεξεργαστώ ανεπαίσθητα αυτή τη διόρθωση. «Τον ίδιο τον εαυτό μου διορθώνω», έλεγε ο Yeats, «όταν διορθώνω τα έργα μου».

Και έτσι βλέποντας και ξαναβλέποντας ακριβώς το ίδιο πλάνο, είναι σα να διορθώνω την ίδια την σκηνή.

«Για ποια μαμά σου, επιθυμείς να σου μιλήσω, όπως την έβλεπα τότε ή με τα μάτια μου τα τωρινά;»
«Μια είναι η μαμά, Αρετή, και τότε και τώρα και μια και μοναδική η σκηνή».
«Αλλάζουν οι άνθρωποι και οι σκηνές μέσα στα χρόνια, αλλού το φως, αλλού οι σκοτεινιές τους πια και μας ακολουθούν. Μπορώ να σου μιλήσω για τα παλιά, μόνο με αυτό που έχω γίνει. Και μ’ ό,τι έχεις γίνει μπορείς να τ’ ακούσεις κι εσύ.
Με ό,τι έχουμε βλέπουμε, με ό,τι είμαστε! Και μεσ’ στον χρόνο γινόμαστε άλλοι κι εμείς».

Σταυρώνει τα χέρια, στωικά, λες και πρόκειται να πεθάνει. Τόσο ήρεμη, τόσο αθεράπευτα ήρεμη, τόσο αθεράπευτα ήρεμη πια.
«Η Ελένα ήταν ένα ζωντανό ζωηρό πλάσμα. Γεμάτο νεύρο, ταλέντο, φωνή. Ζωγράφιζε θεικά κάτι μυστήρια τοπία που θύμιζαν σπαζοκεφαλιές. Στα κλαδιά- αν το πρόσεχες- κρύβονταν τέρατα, στη θάλασσα, χαμένοι μέσα στα κύματα εραστές. Στη στέγη, αν κρατούσες τη ζωγραφιά σε ορισμένη θέση πλαγίως, ξεπετιούνταν πουλιά. Τα σφαλιστά παράθυρα, άνοιγαν πού και πού για λίγους κι από το τζάκι ξεπηδούσε φωτιά.
Στη συστάδα των δέντρων καιροφυλακτούσαν φαντάροι, ο άντρας μου ορκιζόταν ληστές «εγώ μόνο έναν πύργο ζωγράφιζα», ισχυριζόταν εκείνη.
Αλλά το ίδιο γινόταν και όταν ζωγράφιζε εραστές. Απ’ τα μαλλιά της, κάμπιες γίνονταν πεταλούδες, στα χέρια του κρατούσε βρύσες, μολύβια, μελανοδοχεία, καρδιές.
Στο παλτό του αντί για κουμπί, μια χελώνα. Στη ζακέτα της, ανεμώνες και νεκροί εραστές.
Θάμβος και φρίκη, όπως και στη ζωή της, στους πίνακές της βαδίζανε χέρι με χέρι. Το ίδιο γινόταν και όταν την άκουγες να παίζει μουσική.
Έργα γνωστά, Σοπέν, Ραβέλ, Μπαχ και Μότσαρτ που, όσο κυλούσαν γίνονταν δικά της, στην αρχή τρυφερά, θωπευτικά, παραμυθένια, μυθικά.
Για να καταλήξουν φόβος και τρόμος, ο απόλυτος εφιάλτης, αφού προχωρώντας τα πλήκτρα στο πιάνο, από κάποιο σημείο και μετά, τρόμαζε κι αυτή.
«Αρετή μου, ούτε κι εγώ ξέρω από πού ξεπηδά αυτή η αλλόκοτη μουσική. Την ακούω και θέλω δεν θέλω, την ακολουθώ και την παίζω. Το ίδιο ακριβώς μου συμβαίνει και με τη ζωγραφική.
Σπιτάκια, βουνά και λίμνες χαράζω. Με έκπληξη βλέπω κατόπιν να ξεπροβάλουν σκηνές.
σελ.213-214

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Ανεβαίνοντας επάνω, φωνές από κοριτσάκια που παίζουν:
«- Μ’ αγαπάς, Κλειώ;
- Σ’ αγαπώ.
- Μέχρι πού;
- Μέχρι τον ουρανό.
- Δε μου φτάνει. Θέλω κάτι πιο πολύ.
- Τι είναι πιο πολύ απ’ τον ουρανό;
- Η Γη. Θέλω να μ’ αγαπάς μέχρι τη Γη.
- Υπόσχομαι να σ’ αγαπώ μέχρι τη Γη, είπε η Κλειώ.
- Για πάντα;
- Για πάντα!»
Από το παιδικό της δωμάτιο. Η μία, είναι η δική της φωνή. Αλλά δεν ξέρει ποια είναι η Κλειώ. Στη ζωή της, ποτέ, καμία Κλειώ.
Και εννοείται,
κανένα «Για Πάντα».

Ανοίγει την πόρτα του παιδικού της δωμάτιου.
Κανείς.

«- Όταν χαμογελάς, φεύγει το μαράζι, έλεγε η μαμά της.
- Τι είναι το μαράζι, μαμά;
- Μαράζι είναι η λύπη όταν χάνεις αυτό που αγαπάς.
- Αυτό που αγαπώ θέλω να μείνει για πάντα εδώ».
Ακούει την φωνή της. Τότε. Αλλά τώρα πια καταλαβαίνει και τι ακριβώς είναι «το μαράζι».
σελ.222-223

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Τα γράμματά της. Μικρά, συνεχόμενα, διακριτικά, σκοτεινά. Στην πρώτη σελίδα:
«Δεν είναι συνηθισμένη στην ευτυχία» είπε. «Με φοβίζει».
«Τι θα σε βοηθούσε;» Δεν έδωσε καμία απάντηση σε αυτό και μια νύχτα ψιθύρισε: «Αν πέθαινα. Τώρα που είμαι ευτυχισμένη. Θα το έκανες αυτό; Δεν θα χρειαζόταν να με σκοτώσεις. Πες «πέθανε» και θα πεθάνω. Δεν με πιστεύεις; Τότε προσπάθησε, προσπάθησε, προσπάθησε, πες «Πέθανε» και θα με δεις να πεθαίνω».
Κι από κάτω:
«Όμως εγώ που σ’ αγαπώ τόσο πολύ δεν πρόκειται ποτέ να στο κάνω. Εγώ που σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου. Πολύ».
σελ.231

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Ώρες- ώρες το ‘κανε πείραμα. Γέμιζε φούχτες με λέξεις και τις πετούσε ατάκτως, τις έφτυνε, στ’ άσπρο χαρτί, στη ζωή.
Μ’ έκπληκτα μάτια τις έβλεπε αγάπες και φιλίες να γίνονται, ιστορίες περιπαθείς, τρυφερές, θλιβερές.
Βάσανο που γίνεται βάλσαμο. Και η πρωταρχική κραυγή, μοίρα που επέλεξε στα κρυφά, πεπρωμένο.
Χαρτιά μιας τράπουλας που της μοιράστηκαν χωρίς να τη ρωτήσουν αν παίζει αλλά στο πώς θα στηθεί το παιχνίδι, την τελευταία λέξη θα την έχει πάντοτε αυτή.

Κάπως έτσι γεννήθηκε κάποια στιγμή η Αντιγόνη της «Αναζητώντας μια Μαρία». Από τη νύχτα, ένα κομμάτι μαύρο βελούδο που επιθυμούσε διακαώς να ξεφύγει’ να υψωθεί: από τη μοίρα της, τη μάνα της, το φύλο, την εποχή, την πατρίδα. Η ζωή της, μια τελεία στην άκρη, στο άγραφο ακόμα χαρτί.

Ο Νικηφόρος ήρθε από τα έγκατα και στα έγκατα μετέβη. Αναρωτούμενος μέχρι εσχάτων «Να τα μετράω τα χρόνια ή να μην τα μετρώ»; Άμμος ο Χρόνος στα δάχτυλα και του γλιστράει. Άμμος και η αγάπη για την Όλγα, για τη ζωή.

Η Μάγια, πυγολαμπίδα τη νύχτα, μπέρδεψε τα αινίγματα. Μη διακρίνοντας εν τέλει ότι «το αίνιγμα του άλλου» είμαι πάντοτε εγώ. Το μεγαλύτερο αίνιγμα. Ο μέχρις εσχάτων, άγνωστος τελικά, εαυτός.

Η Αγγελική υπήρξε πιο τυχερή. Παρότι εξ’ αρχής φάνηκε ως η μεγάλη άτυχη. Αλίκη, στην χώρα των παιδικών της θαυμάτων, επέζησε τελικά των αντικατοπτρισμών. Αριάδνη, που το βρίσκει το νήμα και θα ξεφύγει κάποια στιγμή απ’ το σπίτι του Αστερίωνα. «Οι κούκλες δεν κλαίνε», αλλ’ η Σαβίνα μπορεί και να το ορκιστεί: όλες οι δικές της έκλαψαν, και με λυγμούς μάλιστα, κάποια στιγμή.

Η Λίλια δεν θα σταματήσει ποτέ να αποχαιρετά το παραμύθι της, εξάλλου πώς; Το παραμύθι είμαστε εμείς. Και ο Βλαδίμηρος, σφετεριστής της αγάπης κι εκείνου του άλλου, ως «σύννεφο με τα παντελόνια» κάποια στιγμή θ’ αναληφθεί.

«Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα» ποτέ δεν θα μεγαλώσει. Καλύτερα, σκέφτεται, αρκεί να μη φύγει, να μη ξεφύγει ποτέ από το θαυμαστό. Κι η Ρόζα, θα χαθεί μια για πάντα μέσα στα τριαντάφυλλα.
Κάκτος, σε σχήμα καμέλιας, τελικά.

Η Ζέλντα θα τα κάψει σαν την πεταλούδα τα χρυσά της φτερά. Και ο Σκοτ, θα πνιγεί στο μπουκάλι και στα πολλά του ταλέντα, ω ναι! Αυτό, όπως και ο Άγγελος, ήξερε να το κάνει καλά: «Ράγισε τώρα»!
αλλά όλοι μας ραγισμένα γυαλιά, πώς κολλήσαμε εξάλλου;

Ραγισμένα γυαλιά, ραγισμένη πόλη, ραγισμένη καρδιά.
σελ. 173-175

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Οι κουκουλοφόροι, ξέρεις, δεν είναι καινούργια έκφραση. Πάντοτε υπήρξαν κουκουλοφόροι. Παντού. Σε κάθε εποχή. Και οι κουκουλοφόροι της εποχής, προηγήθηκαν των Γερμανών, αυτό αποτελεί ιστορική αλήθεια, όλοι το ξέρουν και ας σωπαίνουν, και να το ξέρεις.
Τα πρώτα θύματα, ήσαν όσοι τους αναγνώρισαν «Παιδί μου, εσύ;» Έμεινε δίπλα του η Θεία Σταματία, τον ήξερε από μικρό παιδί, στην αυλή της μεγάλωνε, ήτανε δυνατόν να μην τον αναγνωρίσει; Σα να την βλέπω να πέφτει χτυπημένη στο στήθος, μπροστά, «Αχ παιδί μου, γιατί» η τελευταία κραυγή.

Δικός μας δάκτυλος άναψε τις φωτιές, δείχνοντας: εδώ, εκεί, εκεί! Προσωπικά χρέη, λογαριασμοί παλιοί, αντιζηλίες, πολιτικές διαφωνίες, ερωτικοί ανταγωνισμοί, όλα στο ίδιο σακί.
Μικρά παιδιά, ως και μικρά παιδιά χάθηκαν σ’ αυτή την αλλόκοτη μάχη έξω απ’ τον πόλεμο.
Ο πόλεμος να ‘χει τελειώσει κι όμως, εδώ, οι άνθρωποι να χάνουν τη ζωή.
σελ.182

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Τρελαίνεται για θύελλες και καταιγίδες. Και την μαγεύουν τα πορτοπαράθυρα που χτυπούν.
Μετρώντας συχνότητα, αποκωδικοποιεί τους νεκρούς της.
Έχει δική της διάλεκτο η καταιγίδα. Όπως και η σιωπή. Και γι’ αυτό αγαπά τόσο πολύ αυτόν τον κήπο, ετούτο το σπίτι.
σελ. 233

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Είναι μεσάνυχτα, κι ο Στέφανος αποκωδικοποιεί αριθμούς. Από παιδάκι αυτό που τον μάγευε, δεν ήταν τα σχήματα ή τα γράμματα, αλλά οι αριθμοί. Το ένα «1» που αδυνατούσε κατ’ αρχάς να συλλάβει: πώς η μονάδα προκύπτει, τελικά, απ’ το πουθενά; Το δυο «2», λογικότερο, αφού υπήρχε το ένα, το πέντε, το εφτά, γιατί άραγε να υπάρχει (ή μήπως όχι) μαγικός αριθμός;
Το άπειρο που είναι, τελικά, ή δεν είναι και πώς ορίζεται, με ποιο τρόπο μπορεί και να φτάσει ως εκεί;
Ο Χι και ο Ψι και τι συμβολίζουν οι ίδιοι πάντοτε για τον καθένα αναζητητή. Στις λέξεις, το ίδιο, για τον κάθε άλλο, είναι και δεν είναι.
Κάτι που ποτέ δεν καταδέχθηκε η σταθερότητα και το απόλυτο των αριθμών.
Στο σχολείο, το βλέπει, τον σέβονται αλλά και τον αποφεύγουν. Όμως, αυτός δεν είχε ποτέ του κανέναν ανάγκη, όσο υπήρχε για κείνον η αλχημεία των αριθμών: που υλοποιούσε εκ του μηδενός νόημα, ζωή, χρυσάφι, Θεό.
Έτσι κι απόψε, λοιπόν, για να μπορέσει να την ξεχάσει, υποκύπτει στων αριθμών την ουράνια μουσική.
Αλλά όλα είναι εκείνη. Και η μονάδα και το άπειρο. Κι εκείνος, μέσα στη νύχτα, ο περιττός αριθμός.
Μόνος. Κι ούτε θηρίο, ούτε Θεός.
Ας είναι, Θεώρημα άλυτο η Ελένα. Ακόμα και για τον ισχυρότερο λύτη.
Αύριο, θα της μιλήσει.
Θα την διεκδικήσει.
Τον κούρασε τόσο η μοναξιά και το αύταρκες του περιττού αριθμού.
Κουράστηκε να είναι ο περιττός.
σελ.238-239

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Το μέλλον μας βασανίζει, το παρελθόν μας αλυσοδένει.

«Πολλοί θα σκότωναν για να δουν το μέλλον, μερικοί θα πεθάνουν επειδή είδαν το παρελθόν». Είναι ο τόπος ή το γεγονός, η στιγμή, που ανακαλεί τη χαμένη σκηνή μεσ’ στον χρόνο;
Το κομματάκι που ηθελημένα ή αθέλητα χάσαμε και δίχως αυτό ούτε αναπαμός ούτε απάντηση στο ερώτημα.
Και είμαστε άνθρωποι του ενός ερωτήματος, ας μη το ξεχνάμε!
σελ. 254

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Και η ελιά που φυτέψανε κάτω από το πρεβάζι μαζί, τώρα ξερή.
Θυμάται το βλέμμα της μαμάς της, κι όμως, μπορεί ως και να πάρει όρκο’ το πώς καμάρωνε τον πατέρα. Που έσκαβε, έσκαβε βαθιά. «Για να βρίσκουν τροφή οι ριζούλες». «Σαβινάκι μου, αυτή η ελίτσα να το θυμάσαι, είναι για σένα».
Απ’ το σπασμένο παράθυρο την κοιτάζει’ ξερή.
«Κυρά- Σαβίνα, τι λες, να το ξεριζώσουμε αυτό το δέντρο;»

«Ξεριζώνοντας αυτό το δέντρο είναι σα να μου ξεριζώνεται τη ζωή!»
Δεν θα το πει.
«Άστο για πείραμα, Νώντα μου! Σκάλισέ το, βάλε του λίπασμα. Θα το ποτίζω κι εγώ! Ή μάλλον όχι, κατεβαίνω τώρα, αυτό το δέντρο εγώ είμαι εκείνη που θα πρέπει να το φροντίσω».
σελ.164

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«… Η ματαιοδοξία είναι πανταχού παρούσα: Νηστεύω από ματαιοδοξία’ κι όταν διακόπτω τη νηστεία για ν’ αποκρύψω την εγκράτειά μου απ’ τους ανθρώπους, τότε πάλι η ματαιοδοξία είναι εκείνη που με οδηγεί να το κάνω, επειδή θεωρώ σοφό τον εαυτό μου. Η ματαιοδοξία με πλημμυρίζει όταν φορώ ωραία ενδύματα, αλλά και όταν ντύνομαι φτωχικά, πάλι από ματαιοδοξία το κάνω’ αρχίζω να ομιλώ, τούτο συμβαίνει επειδή είμαι ματαιόδοξος, αλλά κι όταν σωπαίνω, αυτή είναι που νίκησε πάλι. Όπως και να την πετάξεις αυτή την τρίαινα, τα δόντια της πάντα προς τα πάνω θα είναι ορθωμένα…»
Διαβάζει Ταρκόφσκι όπως άλλος θα διάβαζε «Εκκλησιαστή» ή το «Γεροντικό». Διαβάζει Ταρκόφσκι, παρ’ ότι της βάζει δύσκολα μια ζωή.
«Αυτός που προδίδει έστω και μια φορά τις αρχές του, χάνει την αγνότητα της σχέσης του με τη ζωή. Το να εξαπατά κανείς τον εαυτό του, είναι σα να παραιτείται από τα πάντα, από την ταινία του, από τη ζωή του»…
Κοιτάζει πίσω της.
Και η ζωή, μια ατέλειωτη σειρά από προδοσίες.
Και η επιστροφή της σ’ αυτό το σπίτι; Ματαιοδοξία ή Ειμαρμένη;
σελ. 274

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Σαν τον Μονταίνιο που του έμελλε έως την ύστατη ζωή να γράψει, αυτό που ονειρευόταν να ψελλίσει μια ζωή
«όμως η παράξενη μοίρα του να πρέπει να γράψει αυτό που δεν ήταν δυνατόν να ειπωθεί δεν υπήρξε άλλωστε η ίδια του η ζωή; Τι σημαίνει λοιπόν να γράφεις, αν όχι το να ανατρέχεις στην πένα για να κάνεις τους άλλους να σε ακούσουν λίγο, με τους φόβους σου, τις επιθυμίες σου, τις σκέψεις σου, τα συναισθήματά σου; Τι άλλο είναι από το να μιλάς στο χαρτί επειδή η γλώσσα σου είναι κομμένη ή επειδή κανείς δεν σ’ ακούει;»
σελ. 172

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Γράφουμε γιατί είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε», σκέφτεται. «Αγαπάμε γιατί νοσταλγούμε ένα Θεό. Κάθε βιβλίο μια αποτυχία. Κάθε έρωτας, μια φυγή. Μπορούμε να φέρουμε κάτι εις πέρας μόνο με κόλπα, μπορούμε να ζήσουμε μόνο πλαγίως. Δεν βρισκόμαστε ποτέ εκεί που νομίζουμε. Ο πόθος μας είναι ταγμένος στην αλητεία. Η θέλησή μας δεν έχει κανένα βάρος. Εν τούτοις καμιά φορά μας έρχονται νέα από το αιώνιο. Τα φώτα που πέφτουν σ’ ένα πρόσωπο. Ο κεραυνός που χτυπάει το μελάνι…»
Έτσι ακριβώς εισέβαλε και ο Άγγελος στη δική της ζωή:
σαν κεραυνός που
χτυπάει το μελάνι.
σελ.165

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Ν’ αποθαρρύνεσαι, να τολμάς, να ‘σαι οργισμένος,
γενναιόδωρος, τσιγκούνης, σκληρός, τρυφερός,
γερός, ετοιμοθάνατος, νεκρός, ζωντανός,
πιστός, προδότης, ανδρείος, θαρραλέος…

Να ‘σαι μακριά απ’ την καλή σου ταραγμένος,
Χαρούμενος, θλιμμένος, αλαζόνας, ταπεινός,
Θυμωμένος, ατρόμητος, δειλός,
Ικανοποιημένος, καχύποπτος, θιγμένος…

Τα μάτια μπρος το ψέμα να κλείνεις
Να ξεχνάς τη χαρά, τη λύπη να κυνηγάς
Δηλητήριο για γλυκό ποτό να πίνεις…

Τον παράδεισό σου μέσα σε μια κόλαση ν’ αναζητάς
Τη ζωή και την ψυχή σου για μια πλάνη να δίνεις…
Όποιος το γνώρισε το ξέρει: αυτό σημαίνει ν’ αγαπάς».

«Εσύ αγαπάς με το κορμί σου κι εγώ με το κεφάλι μου» ήθελε να του πει για να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα.
Φούνες ο Μνήμων αυτή, αυτός πλάκα αρνητική στου Αβερόη την Απορία. Εκείνη με τις ιλιγγιώδεις λεπτομέρειες μιας μνήμης τρομακτικής κι εκείνος σοφός μέσα στην πλήρη κι απόλυτη άγνοιά του. Να χάνεται στο τίποτα αυτή, ενώ γνωρίζει τα πάντα. Κι αυτός να βρίσκει τα πάντα, την ώρα που ούτε το πρόσωπό του να δει στον καθρέφτη πια δεν μπορεί.
«… κοιτάχτηκε στον μεταλλικό καθρέφτη. Δεν ξέρω τι είδαν τα μάτια του’ κανένας ιστορικός δεν έχει περιγράψει τις γραμμές του προσώπου του. Ξέρω ότι εξαφανίστηκε ξαφνικά, σαν να χτυπήθηκε από βολή άπυρη φλόγας…»
Στον καθρέφτη που τ’ άφησε το σημείωμα.
σελ.153 -154

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Μόνο με σκληρή αγωγή βγαίνει πέρα η ζωή. Το άλογο ανέχεται τα καρφιά γιατί τα πέταλα προφυλάσσουν. Μερικά ζώα τρώνε πέτρες για να χωνέψουν. Το χταπόδι δε διστάζει να χάσει ένα ή δυο πλοκάμια του για να διαφύγει τον κίνδυνο. Και η χελώνα φυλακίζεται σε ένα στερεό καύκαλο για να ζήσει. Καρφιά, πέταλα, πέτρες, κομμένα πλοκάμια και καύκαλα είναι γεμάτη η ανθρώπινη ζωή. Αλλά αν το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι ντυμένοι τη λεοντή της νύχτας θα γνωρίσουμε καλύτερα τη μέρα, αυτή η σκέψη θυμίζει μάλλον φίδι στην τρύπα του παρά δίδαγμα».
Όταν το έλαβε, της εξομολογήθηκε, έκανε «μπρρρρρρρ!»
Όμως ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά καρφιά, πέταλα, πέτρες, καύκαλα και κομμένα πλοκάμια.
Ένα κομμένο πλοκάμι του τώρα κι αυτή.
σελ.165

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Για να παρηγορηθεί, θα πρέπει να ξαναθυμηθεί τον παράδεισο’ στα χέρια του, στο βλέμμα του, στην ανάσα του, στα αποσπάσματα που της απόμειναν και επειδή «τίποτα δεν μπορεί να μπει εκεί μέσα αφού τα πάντα βρίσκονται ήδη εκεί». Έτσι «όταν λέμε πώς κάποιος μπήκε στον κήπο της ουσίας, εννοούμε πως ο εαυτός του κάηκε ολοκληρωτικά κι έτσι από ‘κει που ήταν κάτι έγινε τίποτα και τώρα πια μπορεί να μπει ανενόχλητα αφού μόνο το τίποτα χωράει μέσα εκεί» για να τον ξαναβρεί, θα πρέπει ως τίποτα να τον αρνηθεί και να την αρνηθεί.
σελ.155

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Η οργή έχει και τα προνόμιά της» υποστηρίζει ο Κόμης του Κεντ στον σαιξπηρικό βασιλιά Ληρ, αλλά η Σαβίνα, οργή, ποτέ της δεν έχει νοιώσει.
Θυμάται τον Μοράβια: «Οι άνθρωποι διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: σ’ εκείνους που όταν αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα θέλουν να σκοτώσουν και σε κείνους που θέλουν να σκοτωθούν».
σελ.264

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Κούκλα που να λέει «σ’ αγαπάω, μαμά» έχει δει πρόσφατα μια’ στη βιτρίνα.

Με τον Άγγελο, δεν ανταλλάσσουν κούκλες και λούτρινα ζωάκια χαζά αλλά φράσεις, τον πρώτο καιρό, και κατόπιν βιβλία.
«Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας» (Φ.Πεσσόα).
σελ.152-153

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Για μερικούς ο θάνατος είναι άντρας, και μάλιστα καπετάνιος: «Ω! Θάνατε, γερο-καπετάνιε, ήρθε η ώρα! Βίρα τις άγκυρες!» γράφει ο Μπωντλαίρ. Για άλλους πάλι είναι γυναίκα, και μάλιστα αγαπημένη: «Αυτή η ιδέα του Θανάτου ήρθε και κατοίκησε μέσα μου οριστικά, όπως θα έκανε ένας έρωτας», γράφει ο Προύστ. «Όχι πως αγαπώ το Θάνατο, τον απεχθάνομαι. Αλλά έχοντας πρώτα κατά καιρούς σκεφτεί το θάνατο σαν μια γυναίκα που δεν έχουμε ακόμη αγαπήσει, τώρα η σκέψη αυτή έχει εισχωρήσει στο βαθύτερο στρώμα του μυαλού μου τόσο ολοκληρωτικά ώστε δεν μπορώ να ασχοληθώ με κάτι χωρίς αυτό να διαπεραστεί πρώτα από την ιδέα του θανάτου».
σελ.142-143

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Αυτό είναι λοιπόν ο θάνατος; Αυτό που αρχίζει όταν τελειώνουν οι λέξεις;»
Και ποια να ‘ταν η τελευταία τους λέξη τελικά; Του μπαμπά και του Άγγελου, λένε, ότι τις έχει πνίξει το κύμα. Πώς γίνεται, όμως, να πνίγεται η τελευταία σου λέξη, μου λες;
Και ποια ήταν εντέλει;
σελ.142

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ:

«Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ» του Άμος Όζ, Μετάφραση από τα Εβραικά: Λουίζα Μιζάν, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 183.

«Να λοιπόν οι κυριότερες ερωτήσεις: Γιατί γράφεις; Γιατί γράφεις ειδικά μ’ αυτό τον τρόπο; Σ’ ενδιαφέρει να επηρεάζεις τους αναγνώστες σου, και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση επιδιώκεις να τους κατευθύνεις;…
Είσαι στρατευμένος συγγραφέας και αν ναι, υπέρ τίνος; Οι ιστορίες σου είναι αυτοβιογραφικές ή δημιουργήματα της φαντασίας σου;…
Και θα μπορούσες, σε παρακαλούμε, να μας εξηγήσεις εν συντομία και με δικά σου λόγια τι ακριβώς θέλεις να πεις στο τελευταίο σου βιβλίο;»
Παρότι ο συγγραφέας γνωρίζει τις ερωτήσεις του αναγνωστικού του κοινού και τις προτάσσει μάλιστα στις δυο πρώτες σελίδες, εν τούτοις, πρόθεσή του δεν είναι να απαντήσει σ’ αυτές. Αλλά απλώς γενναία και γενναιόδωρα να μας τραβήξει την κουρτίνα.
Αντί να μας απαντά, μπουκίτσα- μπουκίτσα σε ό,τι ο καθένας ρωτά, αποφασίζει εντελώς θαρραλέα να μας τα κάνει γνωστά, όλα.
Επιλέγοντας ως ήρωα στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η νύχτα του συγγραφέα» τον εαυτό του ή έναν συγγραφέα. Κι ακολουθώντας τα εσωτερικά βήματά του- για ένα οκτάωρο- με ακρίβεια εντομολόγου ή ανατόμου.
Χωροταξικά η ιστορία διαδραματίζεται στο Τελ- Αβίβ, κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής νύχτας, στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Ο συγγραφέας είναι καλεσμένος σε λογοτεχνική βραδιά και αποφασίζει να μας πάρει μαζί του: στις σκέψεις του, στις κινήσεις του, στα διλήμματα και στις αντιρρήσεις του, στις ερωτικές επιθυμίες και τις αναστολές του, στην έμπνευσή του, στις φαντασιακές εικόνες του που θα μπορούσαν και να αποτελέσουν τη μαγιά για μια καινούργια ιστορία. Στην ζωή και στην έμπνευσή του.
«Υπάρχουν οι πλάγιες απαντήσεις και υπάρχουν οι απαντήσεις υπεκφυγής. Απαντήσεις απλές και ευθείες δεν υπάρχουν», σκέφτεται παρατηρώντας τα πόδια της σερβιτόρας. Σταμάτησε στο μικρό καφενείο για να σκοτώσει την ώρα του πιο πολύ αλλά στο μεταξύ στήνει στο νου του μια ολόκληρη ιστορία. Σκιαγραφώντας με διάφανο, αόρατο μελάνι εκεί, την πρώτη της αγάπη, σε ηλικία μόλις δεκαέξι χρονών με τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα της ομάδας Μπνέι Γεούντα, τον Τσάρλι. Την λένε Ρίκι, έτσι αποφασίζει να την πει, κι ο Τσάρλι την προδίδει με τη Λούσι που είχε βγει Μις Νερό, διότι έτσι το θέλει. Ακολουθεί τη σκέψη της, τις ιδέες της, την προδομένη καρδιά, τις παράτολμες επιθυμίες: «Φιλία μεταξύ γυναίκας και άντρα δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση: αν υπάρχει μεταξύ τους χημεία, δεν μπορεί να υπάρξει φιλία. Κι αν δεν υπάρχει χημεία, τότε δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ τους τίποτα. Ανάμεσα όμως σε δύο κοπέλες, και ειδικά ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει και απογοητευτεί αρκετά από τους άντρες, και μάλιστα ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει από τον ίδιο άντρα… μήπως τελικά άξιζε τον κόπο να βρω κάποτε αυτή τη Λούσι;»
Όμως, παρότι «στην πραγματικότητα δεν είναι έτοιμος για τη συνάντηση και δεν ξέρει τι θα απαντήσει στις ερωτήσεις», πηγαίνει και γίνεται ένας απ’ αυτούς. Παρατηρώντας με οξυδέρκεια τους παρουσιαστές του, το αναγνωστικό κοινό, τον χώρο, τα όσα συμβαίνουν και όσα υπαινίσσονται. Τους αφήνει να μιλούν σα να τον ξέρουν χρόνια, λες και γνωρίζουν τα πάντα γι’ αυτόν, τους επιτρέπει να κάνουν υποθέσεις. Κοιτάζοντας τους εξάλλου επιχειρεί κι εκείνος τα δικά του συγγραφικά σενάρια, «ο συγγραφέας μοιάζει να τους κλέβει τα πορτοκάλια από τις τσέπες, ενώ εκείνοι είναι βυθισμένοι στα άδυτα του έργου του με την καθοδήγηση του ειδικού στη λογοτεχνία».
Υπάρχουν στιγμές που ασφυκτιά: «Γιατί ήρθες απόψε εδώ; Ρωτάει ο συγγραφέας τον εαυτό του, τι ψάχνεις;, η θέση σου είναι στο σπίτι, μπροστά στο γραφείο σου, ή ξαπλωμένος πάνω στο χαλί να αποκρυπτογραφείς τα σχήματα στο ταβάνι. Ποιος σκοτεινός δαίμονας σε σπρώχνει ξανά και ξανά να στριμώγνεσαι σε παρόμοιες συγκεντρώσεις; Αντί να βρίσκεσαι τώρα εδώ, θα μπορούσες, για παράδειγμα, να κάθεσαι και να απολαμβάνεις μέσα στην ησυχία του δωματίου σου την εκατοστή έκτη καντάτα, με την επονομασία «Actus Tragicus». Ή θα μπορούσες να έχεις γίνει μηχανικός και να σχεδιάζεις σιδηροδρομικές γραμμές που θα διασχίζουν εδάφη ορεινά και σκληρά, όπως ονειρευόσουν όταν ήσουν μικρός να γίνεις όταν μεγαλώσεις».
Αλλά βρίσκεται εκεί και είναι πια συγγραφέας, υποχρεωμένος να υποστεί έως τον πάτο αυτή τη βραδιά, να περπατήσει στο δρόμο και να φλερτάρει την όμορφη Ρούχαλε Ράζνικ που τόσο ωραία διαβάζει, συνεχίζοντας τα σενάρια επάνω στις άγνωστες ζωές των άλλων. Και θα γυρίσει σπίτι ενώ ακόμα είναι σκοτάδι πυκνό. Αναλογιζόμενος ότι ίσως τελικά και ν’ «αξίζει ν’ ανάβει κανείς το φως πού και πού και να κοιτάζει τι συμβαίνει τριγύρω». Κι ότι «το αύριο έγινε ήδη σήμερα, ξαφνικά».
Ένα μαγευτικό, εσωτερικό, συγγραφικό ταξίδι σχεδόν… εργαστηρίου. Το παράλληλο σύμπαν που ακολουθεί τον συγγραφέα ακόμα κι όταν βρεθεί εκτός ιστορίας. Η καθημερινότητα και η όντως ζωή που επιτρέπει να γεννιέται αυτή καθ’ εαυτή η ιστορία.
Με εξομολογητική διάθεση, εσωτερική ατμόσφαιρα, υπαινικτικές σιωπές και κουβέντες που μετεωρούνται ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία. Μια ιστορία που αποδεικνύει ότι μπορεί κάλλιστα η τέχνη να τροφοδοτεί τη ζωή και η ζωή την τέχνη. Διότι στεγανά δεν υπάρχουν τελικά, ούτε και για τον αναγνώστη. Πόσο μάλλον για τον συγγραφέα.
Ενδεχομένως το πιο εσωτερικό, αυτοβιογραφικό και αποκαλυπτικό βιβλίο του Άμος Όζ, συγγραφέα. Διότι οι ιστορίες του βρίσκονται παντού, κυκλοφορούν ελεύθερα, αδέσποτες και ανεξέλεγκτες στο κεφάλι μας αλλά κι ανάμεσα στους άλλους.
σελ. 136-139

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Ούτε μια κλειδαριά’ που να μην ξεκλειδώνει ο χρόνος.

«Οι συγγραφείς πεθαίνουν άραγε λιγότερο από τους υπόλοιπους ανθρώπους; Οι θάνατοί τους θα ήταν ακόμη πιο οριστικοί αν κανένας απ’ αυτούς δεν ήταν αξιομνημόνευτος έτσι ώστε να καταχωριστεί ή να επινοηθεί; Εκείνος που γράφει δεν περιμένει την αθανασία από τους μελλοντικούς του αναγνώστες. Θα ξεχαστεί – ή δεν θα ξεχαστεί, γρήγορα ή αργά. Δεν έχει μεγάλη σημασία: δεν είναι αυτό που τον ωθεί στη γραφή. Δεν μπαίνει σ’ αυτό τον κόπο για τους ζωντανούς που θα επέλθουν αλλά για τους νεκρούς που προηγήθηκαν».
σελ.140

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Από καθυστέρηση σε καθυστέρηση μια ζωή διάβασε χίλια τόσα βιβλία. Αλλά η εξήγηση, όχι, τελικά δεν ήταν εκεί.
Παρ’ ότι, πολλές ήταν οι φορές εκείνες που νόμισε ότι την βρήκε. Τι ακριβώς έγινε τότε; Γιατί τόσες πολλές διαδρομές; Πώς είναι δυνατόν να φεύγεις για να ξεφύγεις από κάτι, κι όπου κι αν πας, όσα χιλιόμετρα κι αν διανύσεις, όσα παπούτσια, τελικά, κι αν λειώσεις, εκείνο που αποφεύγεις, πάλι και πάλι να συναντάς;
Αλλά πώς ακριβώς το είπε ο Πουανκαρέ, η ζωή αρέσκεται στις επαναλήψεις; Και σ’ ένα πεπερασμένο σύμπαν όλο την ίδια σκηνή θα συναντάς.
Κι αυτό το σπίτι, αυτό ακριβώς είναι: ένα πεπερασμένο σύμπαν.
Και γι’ αυτό ξαναβρέθηκε εδώ. Για να παίξει το παιχνίδι των κατόπτρων. Και για να ξεδιαλύνει το είδωλο από το όντως πρόσωπο, μια και καλή.
σελ.113

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Γράφω για μένα. Δεν υπάρχει πια κανείς.

Είναι ολομόναχη, Δευτέρα μεσημέρι, αρχές Απρίλη. Έχει επιστρέψει χίλια χρόνια μετά, για να μάθει γιατί τόσο περιπλανήθηκε. Πώς έγινε ο Κανένας εκείνη που γεννήθηκε Όμηρος, Πριγκίπισσα, δέντρο αμετακίνητο, αιωνόβιο, βουνό.
Πριν γίνει βαρκούλα, πεταλούδα, φύλλο, γράμμα, τίποτα, φτερό.
Στον άνεμο.

Άνοιγε μετά από 35 ολόκληρα χρόνια ένα επτασφράγιστο σπίτι: σαν Μυστικό.
Της επιτρέπεται πια, σκέφτηκε, προτού επιστρέψει. Αφού έφυγαν όλοι. Αλλ’ έμεινε αυτή και βασανιστικά, δεν τους ξεχνά. Τους θυμάται ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ξεχάσει. Και δεν μπορεί να ξεχάσει επειδή δεν μπορεί να θυμηθεί. Επίκτητη μνήμη η ζωή της. Και τώρα που γύρισε, καλά- καλά, δεν μπορεί να καλοξεχωρίσει: εάν γύρισε για να ξεχάσει ή για να θυμηθεί.
Όπως και να ‘ναι, το έχει ήδη αποφασίσει. Για να τραβήξει μπροστά, θα πρέπει πρώτα ν’ ανέβει τον δικό της αγνοημένο Γολγοθά είδ’ αλλιώς έτσι θα σπαράζει για πάντα: σ’ ένα δίχτυ που αγνοεί σε ποια θάλασσα βρίσκεται ή σε ποια στεριά.
Τα δεδομένα της ζωής της, σ’ άλλο βιβλίο, άλλη σελίδα.
σελ.110-111

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Διότι ο Χαρούκι Μουρακάμι και πάλι καταπιάνεται με τα μέγιστα υπαρξιακά, αντιπαραθέτοντας στον θάνατο και ανατέμνοντας (τι άλλο;) το αντίπαλον δέος, τη σεξουαλικότητα και τον έρωτα. Ξεφλουδίζοντας με τρόπο μεταφυσικό και φιλοσοφικό το κουκούτσι της ίδιας τελικά της ζωής, αποφεύγοντας να μας δώσει «την αλήθεια» (υπάρχει;) λουκουμάκι στο πιάτο: «Ο θάνατος υπάρχει, όχι ως το αντίθετο της ζωής αλλά ως μέρος της. Ζώντας καθένας τη ζωή του, τρέφουμε το θάνατο. Μα όσο κι αν αυτό είναι αλήθεια, δεν είναι μια μόνο από τις αλήθειες που πρέπει να μάθουμε. Ο θάνατος της Ναόκο με δίδαξε κάτι ακόμα: δεν υπάρχει αλήθεια ικανή να γιατρέψει τη λύπη μας για την απώλεια ενός αγαπημένου πλάσματος. Δεν υπάρχει ούτε αλήθεια ούτε εντιμότητα ούτε δύναμη ούτε καλοσύνη ούτε τίποτα που να μπορεί να γιατρέψει αυτή τη λύπη. Πρέπει να την αντέξουμε ως το τέλος και να μάθουμε κάτι απ’ αυτή. Μα ό,τι κι αν μάθουμε, δεν θα μας βοηθήσει την επόμενη φορά που μια παρόμοια λύπη θα έρθει να μας συντρίψει απροειδοποίητα».
σελ.101-102

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Έτσι θα εξαφανιστεί και η Σουμίρε για κάποιο διάστημα, σαν Λάικα ή Σπούτνικ αφήνοντας πίσω τι άλλο; Γραπτά ίχνη. Δυο έγγραφα διότι όπως γράφει «ήταν πάντα έτσι, από τότε που ήμουν μικρή. Όταν δεν καταλάβαινα κάτι, μάζευα τις λέξεις που βρίσκονταν σκόρπιες στα πόδια μου και τις έβαζα τη μία δίπλα στην άλλη σε προτάσεις. Εάν αυτό δεν βοηθούσε, τις ξανασκόρπιζα και τις μάζευα πάλι με διαφορετική σειρά. Όταν το επαναλάμβανα αυτό αρετές φορές, έφτανα στο σημείο να σκέφτομαι όπως οι άλλοι άνθρωποι. Δεν δυσκολευόμουν ποτέ να γράψω για τον εαυτό μου. Άλλα παιδιά μάζευαν πετραδάκια ή βελανίδια. Εγώ έγραφα. Με την ίδια φυσικότητα που ανέπνεα, σκάλιζα στο χαρτί τη μία πρόταση μετά την άλλη. Και σκεφτόμουν».
Τακτική που αφορά και τον ίδιο τον Μουρακάμι, όπως κατ’ επανάληψη έχει εξομολογηθεί.
σελ.97

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Πόσο πονάμε όταν χαλάμε ό,τι πιο πολύ αγαπάμε; Και γιατί, άραγε, να σπάμε, εκείνα ακριβώς που αγαπάμε πιο πολύ;
σελ.93

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

«ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ» του Στέφαν Τσβάιχ, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδ. «Άγρα», σελ. 128

«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».
Η «Σκακιστική νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ είναι αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από το, ούτως ή άλλως, μεταθανάτιο αριστούργημά του (δημοσιεύτηκε στη Στοκχόλμη το 1943, μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε αυτοεξόριστος). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει και ως το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.
Η μόλις 120 σελίδων αλληγορική συγγραφική παρτίδα που διαδραματίζεται επάνω σε ένα πλοίο και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατορθώνει και περικλείει μέσα από την προσωπικότητα (και την ιστορία) των δύο σκακιστών μονομάχων, όλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα αδιέξοδα αυτής της σκοτεινής εποχής.
Διότι στο πλοίο, από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, μαζί με αρκετούς ευρωπαίους επιβάτες οι οποίοι φεύγουν μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού επιζητώντας καταφύγιο αυτοεξόριστοι στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ταξιδεύει και ο Μίρκο Τσέντοβιτς, ο σκοτεινός, άξεστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Θα τον αντιμετωπίσουν, κατ’ αρχάς, σε μια παρτίδα χωρίς διέξοδο, όλοι οι σκακιστές του πλοίου. Στην τελευταία παρτίδα τους σχεδόν τον νικούν, υπό την καθοδήγηση του δρ Μπ. Ενός ευαίσθητου διανοούμενου δικηγόρου που επέζησε της τρέλας και του εγκλεισμού χάρη σε ένα σκακιστικό βιβλίο. Παίζοντας φανταστικές παρτίδες πάλι και πάλι με τον αντίπαλο εαυτό:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».
Κατανοώντας ταυτοχρόνως και όλο το σχιζοφρενικό του εγχειρήματος:
«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Αναγνωρίζοντας πως: «Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Παρ’ όλ’ αυτά όμως:
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Η σωτηρία γι’ αυτόν ήρθε με την με την μορφή ενός βιβλίου, κι ο συγγραφέας θα κάνει αυτές τις περιγραφές, αριστοτεχνικά:
«Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: ένα ΒΙΒΛΙΟ! Τέσσερις μήνες είχα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου και στην ιδέα και μόνο πως θα μπορούσα να δω λέξεις αραδιασμένες τη μια μετά την άλλη, γραμμές ολόκληρες, σελίδες, φύλλα, στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσα να διαβάσω νέες, αλλιώτικες σκέψεις, σκέψεις άλλων ανθρώπων, να τις παρακολουθήσω νοερά και να ξεχαστώ, ένιωσα μεθυσμένος και ταυτόχρονα ναρκωμένος».
«Μια ηδονή που χρονοτριβούσε επίτηδες και γαργαλούσε ευχάριστα να νεύρα μου: βυθίστηκα λοιπόν στην ονειροπόληση και προσπαθούσα να φανταστώ τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που είχα κλέψει, τι είδους βιβλίο θα προτιμούσα εγώ. Προπάντων έπρεπε να είναι πυκνοτυπωμένο, να έχει πολλά- πολλά γράμματα, πολλές- πολλές λεπτές σελίδες, για να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Κι έπειτα ευχόμουν να δω μπροστά μου ένα έργο που θα απαιτούσε μεγάλη διανοητική προσπάθεια από μέρους μου. Όχι κάτι ελαφρύ κι εύκολο, αλλά κάτι που θα μπορούσε κανείς να το αποστηθίσει, ποίηση, ας πούμε, και το προτιμότερο θα ήταν- τι τολμηρό όνειρο!- Γκαίτε ή Όμηρος».
Αλλά και η παραφορά θα προκύψει απ’ το ίδιο βιβλίο. Διότι ο αντίπαλος εαυτός είναι, εν τέλει, ο πλέον επικίνδυνος εαυτός. Κι ο ναζισμός, μια μορφή αντίπαλου εαυτού για τον βιεννέζο συγγραφέα ενδεχομένως να ήταν. Ο οποίος και τον συνέτριψε, τελικά.
Ένα λιτό, καλομετρημένο (ούτε σιωπή δεν περισσεύει), σαν καλομελετημένη παρτίδα σκακιού, μικρό αριστούργημα. Ψυχογράφημα ταυτοχρόνως και βαθύτερη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Παιγνιώδες σαν θρίλερ, σκοτεινό και αντιφατικό σαν ανθρώπινη ψυχή. Προφητικό, για τον ίδιο το συγγραφέα του. Εφόσον, όταν γράφουμε, εντέλει υπογράφουμε με τον πιο βαθύ μας, σοφό, παντογνώστη, προφήτη εαυτό. Τελειώνοντάς το αδημονούσα να μάθω σκάκι! Επειγόντως!

σελ. 85-88
Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…

Αρχειοθήκη ιστολογίου