Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Τύπος και Βιβλίο στη Ρόδο



Αφιερωμένο εξαιρετικά στη συνάδελφο Ελένη Γκίκα για τις μέρες της εφηβείας στη Ρόδο μας

Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Η Ρόδος ήταν υπέροχη, λουσμένη στο μεσογειακό φώς της. Φτάσαμε με την συνάδελφο Ελένη Γκίκα μεσημέρι Παρασκευής για να συμμετάσχουμε στο Συνέδριο «Τύπος και Βιβλίο» που διοργανώθηκε το Σάββατο απο το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου. Περάσαμε συγκλονιστικά εξαιτίας της άψογης διοργάνωσης του Συνεδρίου απο το dream team του καθόλα ευρωπαϊκού Κέντρου, που κρέμεται θαρρείς πάνω απο το Αιγαίο.

Ο πρόεδρος κ. Αναστάσης Κοντάκος ήταν ένας άψογος οικοδεσπότης, το ίδιο και ο δήμαρχος Ρόδου Χατζής Χατζηευθυμίου, ο οποίος στηρίζει το Κέντρο με κάθε τρόπο.

Εκεί ξεδιπλωθήκαμε όλοι οι συνάδελφοι (δημοσιογράφοι και λογοτέχνες) σε σχέση με τη θεματική Τύπος και Βιβλίο. Εκεί γνωρίστηκα με την υπέροχη λογοτέχνιδα της Ρόδου Τίτσα Πιπίνου, της οποίας τα βιβλία διαβάζω αυτή τη στιγμή (θα επανέλθω περι της αισθαντικής γραφής της αργότερα με ειδική ανάρτηση).
Εκεί ανταλλάξαμε ιδέες και σκέψεις με κάθε ειλικρίνεια μεταξύ μας. Εκεί γίναμε φίλοι εμείς που δεν γνωριζόμασταν ούτε εξ όψεως ως χτές.
Εκεί φάγαμε στα υπέροχα ουζάδικα μεζέδες , στα σίκ εστιατόρια ψαράκια κι άλλες νοστιμιές της Ρόδου. Εκεί μεθύσαμε με τη μυρωδιά του Αιγαίου.

Εκεί είδα και ξαναείδα την οικογένεια του Ροδίτη Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, τη μητέρα του και τα αγαπημένα αδέρφια του (Κι αυτό θα είναι ένα άλλο πόστ στο άμεσο μέλλον).
Γέμισα απο Ρόδο, φούντωσα απο έντονα συναισθήματα γι ανθρώπους που θέλω να ξαναδώ και μάλιστα στο άμεσο μέλλον.

Κι όλα αυτά χάρη στην αγαπημένη συνάδελφο Ελένη Γκίκα, που επέμενε πως έπρεπε να έρθω σ΄αυτό το συνέδριο, πως ήθελε να είμαι ανάμεσά τους.

Τους ευχαριστώ όλους.

Ακολουθεί το ρεπορτάζ στο ΑΠΕ, τα συμπεράσματα του Συνεδρίου καθώς και οι εισηγήσεις της Ελένης Γκίκα και εμού . Τις μοιράζομαι μαζί σας για την εμπειρία.

Τύπος και Βιβλίο στη Ρόδο

Με θέμα «Τύπος και Βιβλίο» διοργανώθηκε το Σάββατο στη Ρόδο ημερίδα απο το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου με πρωτοβουλία του προέδρου καθηγητού Αναστάση Κοντάκου.Στην εν λόγω ημερίδα , όπου προήδρευσε ο λογοτέχνης και υπεύθυνος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας Γιώργος Χρονάς συμμετείχαν επίσης οι δημοσιογράφοι-λογοτέχνες:Ελένη Γκίκα (Έθνος), Κώστας Κατσουλάρης (Ελεύθερος Τύπος), Πόλυ Κρημνιώτη (Η Αυγή), Τίνα Μανδηλαρά (Το Πρώτο Θέμα), Ξενοφών Μπρουντζάκης (Το Ποντίκι), Μανόλης Πιμπλής (Τα Νέα), Όλγα Σελλά (Η Καθημερινή), Γιώργος Χρονάς και Βασίλης Ζηλάκος (Ελευθεροτυπία), Μαίρη Παπανδρέου (Πρόοδος Ρόδου), Πόλυ Χατζημάρκου (Δημοκρατική Ρόδου), Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη (ΑΠΕ, Μόντρεαλ-Καναδά).
Με την Ημερίδα «Τύπος και Βιβλίο» το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου εγκαινίασε τη νέα περίοδο των εργασιων του καθώς και μια σειρά εκδηλώσεων που θα αφορούν τα μέσα –ηλεκτρονικά και έντυπα– και το βιβλίο. Οι εκδηλώσεις, όπως άλλωστε και το Κέντρο τελούν υπο την αιγίδα του Δήμου της Ρόδου.

Οι συμμετέχοντες συζήτησαν συνολικά και επι μέρους για την προσέγγιση, την παρουσίαση και την προώθηση του βιβλίου (επιστημονικό, λογοτεχνικό κ.λπ.) στο αναγνωστικό κοινό μέσα από τους παρακάτω τέσσερεις άξονες θεματολογίας, όπως είχαν ορισθεί :
1. Παρουσίαση βιβλίου: διαφήμιση ή βιβλιοκριτική;
2. Ελληνικά, μεταφρασμένα ξενόγλωσσα ή πρωτότυπα ξενόγλωσσα κείμενα: κριτήρια επιλογής και αναγνωστικό κοινό.
3. Μεταφρασμένη λογοτεχνία: απόδοση ή δημιουργία;
4. Λογοτεχνία της περιφέρειας ή «περιφερειακή» λογοτεχνία;
Η ημερίδα άρχισε απο το στρογγυλό τραπέζι το πρωί στο χώρο του Κέντρου, όπου οι προσκεκλημένοι σύνεδροι τοποθετήθηκαν επι των ενοτήτων της θεματικής προσεγγίζοντας καθένας απο την οπτική του γωνία το ευρύ και πολυδιάστατο ζήτημα της προβολής του βιβλίου μέσα απο τον τύπο. Τα συμπεράσματα καταγράφηκαν απο το Κέντρο και παρουσιάστηκαν αποσπασματικά στο κοινό σε ανοιχτή εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε σε ξενοδοχείο της πόλης το απόγευμα.

Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν μεταξύ άλλων ο δήμαρχος Ρόδου Χατζής Χατζηευθυμίου, ο αντιδήμαρχος υπεύθυνος Πολιτισμού Αντώνης Αλαχούζος, ο αντιδήμαρχος μεσαιωνικής πόλης Ιωάννης Γιαννακάκης, η λογοτέχνις Τίτσα Πιπίνου και όλη η ομάδα του Κέντρου που αποτελείται απο τη διευθύντρια Μαρία Καμμά , τη Θωμαίδα Βεργωτή, την Ελευθερία Μπινίκου, τη Νάνσυ Τρυποσκούφη, τη Βασιλική Γεωργακοπούλου, το Σάββα Σπυρόπουλο και τον Ηλία Μουντζαράκη.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΩΝ ΡΟΔΟΥ

«ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟ»

28 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009

ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ

Παρουσίαση βιβλίου: διαφήμιση ή βιβλιοκριτική;

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες κριτικών: α) συγγραφείς που είναι και κριτικοί β) οι κριτικοί και γ) όσοι κάνουν ρεπορτάζ, συνεντεύξεις, παρουσιάσεις κτλ.

Βιβλιοκριτική.
Οι βιβλιοκριτικοί διαβάζουν ό,τι γνωρίζουν, ό,τι τους αρέσει, ό,τι τους ενδιαφέρει, ό,τι ακούγεται και ό,τι διαφημίζεται, καθώς τις περισσότερες φορές το σημαντικό και διαφορετικό απαιτεί χρόνο που στις μέρες μας δεν υπάρχει. Στοιχεία ενός καλού βιβλιοκριτικού είναι η εντιμότητα και η ευθύνη.


Οι βιβλιοκριτικοί δεν αναγνωρίζουν εύκολα νέους συγγραφείς στη λογοτεχνία. Οι κλίκες και η νεκρολαγνία ακόμα και σήμερα ισχύουν σε μεγάλο βαθμό.
Ένας άλλος λόγος που οι κριτικοί γράφουν για γνωστά πρόσωπα είναι για να προσελκύσουν τον αναγνώστη.

Ο συγγραφέας κρίνεται όπως κρίνεται και ο κριτικός. Ανάγνωση και συγγραφή οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ο συγγραφέας είναι δέσμιος του κριτικού του και ο κριτικός είναι ένας ακόμη αναγνώστης.

Στις μέρες μας η σχέση αναγνώστη και βιβλίου περνάει μέσα από τα ένθετα των εφημερίδων, οι αναγνώστες αναζητούν πολλές φορές το εύπεπτο και αγοράζουν βιβλία σύμφωνα με τις υποδείξεις ενός ένθετου. Ωστόσο, τα βιβλία που πουλάνε πολύ είναι εκείνα που μεταδίδονται από στόμα σε στόμα.

Ο δημοσιογράφος που ασχολείται με το βιβλίο «είναι καθαρός όσο και ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος που μεσολαβεί ανάμεσα σε ένα πνευματικό προϊόν και μια ομάδα καταναλωτών». Ενδιαφέρει «να μην κινδυνεύσουν τα συμφέροντα και η εγκυρότητα της εφημερίδας». Λαμβάνονται υπόψη διάφορες παράμετροι, το γούστο του δημοσιογράφου, του αναγνώστη, των εκδοτικών οίκων και του αρχισυντάκτη.

Η σχέση βιβλίου και τύπου δεν είναι οικονομίστικη συναλλαγή, αλλά μια συνομιλία κατά κανόνα γόνιμη που επιβάλλει το ίδιο το βιβλίο. Είναι μια επικοινωνία της γνώσης και των ιδεών.

Ο κριτικός και η κριτική πρέπει να είναι στην υπηρεσία του συγγραφέα και κατ’ επέκταση της λογοτεχνίας.

Δύσκολο να βρεις χαρισματικό κριτικό αλλά και συγγραφέα

Κριτήρια επιλογής παρουσίασης βιβλίων: φήμη συγγραφέα, δυναμική των συγγραφέων στο κοινό, ανθρώπινες σχέσεις και τέλος, το κείμενο.

Ανυπαρξία κριτικής παιδείας, καθώς μεγαλώνουμε με στερεότυπα και βεβαιότητες.

Η κριτική είναι μέρος του συστήματος μέσα στο οποίο έχει εγκλωβιστεί η λογοτεχνία.

Οι νόμοι της αγοράς καθορίζουν την κριτική και συχνά η βιβλιοκριτική γίνεται με βάση τον αναγνώστη.

Η αγωνία του δημοσιογράφου είναι να γράψει ένα καλό κείμενο, οπότε οδηγείται στην ωραιοποίηση του κειμένου προς χάριν του αναγνώστη. Δε σημαίνει όμως ότι το κάνει κατ’ ανάγκη για εξυπηρέτηση του εκδότη.
Το κείμενο του βιβλιοκριτικού πρέπει να είναι καλογραμμένο γιατί διαφορετικά κανείς δε θα το διαβάσει ούτε θα μπορέσει να διαφημίσει κανέναν μέσα από αυτό.
Οι λιγότερο κατευθυνόμενες σελίδες σε μια εφημερίδα είναι εκείνες που αναφέρονται στο βιβλίο.

Βιβλιοπαρουσίαση:

Οι βιβλιοπαρουσιάσεις γεννήθηκαν με την παρουσίαση του βιβλίου στον τύπο και επηρεάζονται από το διαφημιζόμενο στις εφημερίδες. Δεν έχουν αξιολογικό χαρακτήρα αλλά παρουσιάζονται με θετικό και θεμιτό τρόπο.

Η προώθηση ενός βιβλίου είναι γέννημα θρέμα της αγοράς και των εκδοτών.

Υπάρχουν εφημερίδες που παρουσιάζουν κυρίως λογοτεχνία και όχι ιστορία και φιλοσοφία, καθώς κάτι τέτοιο απαιτεί εξειδίκευση, αλλά και γιατί θεωρούν ότι ενδιαφέρει περισσότερο τον κόσμο. Έτσι, αποκλείονται μεγάλα πνευματικά έργα, όμως οι κανόνες της αγοράς, υπό την ευρεία έννοια, το υπαγορεύουν, διότι η λογοτεχνία πουλάει περισσότερο από την ιστορία, την ποίηση κτλ.

Κάνουν και οι επιστήμονες τις δικές τους βιβλιοπαρουσιάσεις, οι οποίες είναι συνήθως επαινετικές και δεν υπάρχει αυστηρή κριτική.

Γενικά έχει μειωθεί, συρρικνωθεί η αρνητική κριτική. Συγκεκριμένα στο ρεπορτάζ υπάρχει η ανθρώπινη σχέση με το συνεντευξιαζόμενο, γεγονός που ίσως δικαιολογεί την άμβλυνση της αρνητικής κριτικής.

Όσοι κάνουν ρεπορτάζ ασχολούνται με συνεντεύξεις τύπου, προτείνουν θέματα στον αρχισυντάκτη που να προσεγγίζουν ένα ευρύτερο κοινό, αφού γράφουν σε εφημερίδα. Συνήθως, δεν προλαβαίνουν να ολοκληρώσουν όλα τα βιβλία που παρουσιάζουν, γιατί ο χρόνος τους είναι πολύ περιορισμένος. Ασχολούνται με τη λίστα των Best seller, γιατί το θέλουν οι εφημερίδες, οι βιβλιοπώλες, οι εκδότες, οι συγγραφείς, αλλά και οι αναγνώστες.

Ένα μεγάλο μέρος προβολής της ελληνικής βιβλιοπαρουσίασης εξαντλείται σε αυτήν της μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Λείπει η κριτική για την ελληνική λογοτεχνία.

Διεθνώς, όπως και στην Ελλάδα, επιλέγονται βιβλία ευπώλητα και όχι με βάθος. Το ελληνικό βιβλίο χρειάζεται πολιτική συστηματικής προβολής, όχι, όμως, με προστατευτισμό.

Ελληνικά, μεταφρασμένα ξενόγλωσσα ή πρωτότυπα ξενόγλωσσα κείμενα: κριτήρια επιλογής και αναγνωστικό κοινό.

Υπάρχουν πολλά βιβλία σταθμός, αλλά δεν έχουν μεταφραστεί ώστε να παρουσιαστούν στο κοινό.

Ενώ οι μεταφραστές θεωρούνται από τα σημαντικότερα πρόσωπα της κοινωνίας από τα 10 βιβλία που μεταφράζονται στη χώρα μας τα 8 δεν είναι καλής ποιότητας, γιατί ένας καλός ατζέντης κάνει έναν ατάλαντο καλό συγγραφέα.

Κριτήρια με τα οποία επιλέγονται ποια βιβλία θα μεταφραστούν στα ελληνικά είναι η επιτυχία στο εξωτερικό, αλλά και οι επιτροπές των εκδοτών.


Μεταφρασμένη λογοτεχνία: απόδοση ή δημιουργία;

Διαβάζουμε ό,τι γνωρίζουμε και ξαναδιαβάζουμε τους ίδιους και πάλι συγγραφείς.

Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά μεταφρασμένα κείμενα, αλλά δεν είναι ποιοτικά.

Στην Ελλάδα κυκλοφορούν γρήγορα μεταφρασμένα κείμενα
.

Ο μεταφραστής είναι και εκείνος ένα είδος συγγραφέα, είναι ένας συγγραφέας που υποτάσσεται σε έναν άλλον συγγραφέα.

Η μετάφραση παίζει κομβικό ρόλο, γιατί υπάρχουν συγγραφείς που κακομεταφράζονται και έτσι αποτυχαίνουν, αλλά και το αντίστροφο. Στην Ελλάδα συχνά οι μεταφράσεις είναι κακές γιατί οι μεταφραστές δεν είναι καλοπληρωμένοι.


Λογοτεχνία της περιφέρειας ή «περιφερειακή» λογοτεχνία;

Βασίζεται στις δημόσιες σχέσεις. Η λογοτεχνία είναι μία δε διαχωρίζεται και δε διαφοροποιείται
.

Είναι περιφερειακή, γιατί δεν έχουν παραχθεί στην περιφέρεια μυθιστορήματα ή νουβέλες παρά μόνο διηγήματα και ποίηση, γιατί οι συνθήκες δεν ευνοούν. Έτσι, οδηγούμαστε στην έλλειψη του αστικού μυθιστορήματος. Χρειάζεται μεγάλο αστικό κέντρο για να ανταποκριθεί στις μεγάλες αφηγήσεις.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για κέντρο ή περιφέρεια στη χώρα μας, γιατί και στο κέντρο γράφονται ιστορίες της περιφέρειας και έτσι εξηγείται το γεγονός της απουσίας του αστικού μυθιστορήματος.

Οι δημοσιογράφοι στον Τύπο της περιφέρειας ασχολούνται με πολλά διαφορετικά πράγματα.

Στο κέντρο υπάρχουν πολλές επιλογές, ενώ στην περιφέρεια οι διαπροσωπικές σχέσεις δυσχεραίνουν την ελεύθερη κριτική.

Στην περιφέρεια εκδίδονται πολλά βιβλία με αυτοχρηματοδότηση και η περιφέρεια δεν αποτελεί εμπόδιο να γράψει κανείς ποιοτικά.

Στις εφημερίδες της περιφέρειας τα πολιτιστικά θέματα περιορίζονται συνήθως σε μια σελίδα, όπου κανείς πρέπει να συμπεριλάβει όλες τις εκδηλώσεις, προτάσεις βιβλίων για παιδιά, μεγάλους κτλ.

Αν υπάρχει ταλέντο και οργάνωση μπορεί κανείς να δημιουργήσει οπουδήποτε. Δε χρειάζεται να ζει απαραίτητα σε μια μεγάλη πόλη. Τεράστιο ρόλο παίζει η παιδεία των συγγραφέων.

Άλλωστε, «όλη η ταραχή βρίσκεται στο μυαλό των ποιητών, ακόμη και αν αυτό το κέντρο είναι στο μυαλό τους…»

Η βιβλιοθήκη του Σύμπαντος, Το βιβλίο- Ζαριά που καταλύει το τυχαίο


Της Ελένης Γκίκα

Ο Θεός, κατά τον Μπόρχες, είναι ένα κυκλικό βιβλίο.
Το σύμπαν, έχουν ισχυριστεί, είναι η Μεγάλη Βιβλιοθήκη Του.
Ο Άνθρωπος, η Καινή Διαθήκη Του.
Και ό,τι υπάρχει, είναι σκέψη του άπειρου Θεού: η Φύση είναι η πρόζα του και ο Άνθρωπος, η ποίησή του.
Το Λεξικό είναι το Σύμπαν κατ’ αλφαβητική σειρά, κατά τον Ιμπν Αραμπί (και όλα αυτά στο «Μπέθ» του Δημήτρη Καλοκύρη).
Κι εμείς συμφωνώντας απολύτως με τον Μαλαρμέ, ναι «ο κόσμος έγινε για να χωρέσει σ’ένα βιβλίο» δεν σας προτείνουμε τίποτα λιγότερο παρά: τον κόσμο, την σκέψη του άπειρου Θεού, ένα μέρος του σύμπαντος.
Οι προθήκες, απ’ αρχής δημιουργίας των βιβλιοπωλείων, ήταν γεμάτες από παράλληλους κόσμους που ερμηνεύουν το ακατανόητο, από αποκαλυπτικές ζωές που βάζουν τάξη στο χάος, από βιβλία για γνώση, για συντροφιά, από βιβλία ιαματικά, φιλοσοφικά, μαγικά και μαγευτικά, από βιβλία- ανθρώπους, από βιβλία- ταξίδια!
Από βιβλία, όσα και οι αναγνώστες- συνδημιουργοί.
Έτσι ή αλλιώς, διαβάζουμε, με ό,τι έχουμε, με ό,τι είμαστε.
Ενδεχομένως γι’ αυτό και στην εποχή της υπερπληροφόρησης, οι βιβλιοθήκες μας πια και να θυμίζουν Βαβέλ.
Φυσικά, βρίσκεις τα πάντα: άχυρα και διαμάντια, αρκεί η επιλογή να μην είναι… τηλεοπτικής λογικής.
Διότι αυτό που προέχει - σε όλα, τα κάνει άλλα- είναι το κίνητρο. Στα πάντα! Αλλά στα πάντα! Στην αμαρτία. Στο έγκλημα. Στην εξέλιξη. Στις επιδιώξεις. Στις επιλογές. Φυσικά και στην ανάγνωση και στη συγγραφή.
Αυτό το γνωρίζουμε ενδεχομένως και γι’ αυτό η Μάργκαρετ Άτγουντ «Συνομιλώντας με τους νεκρούς» μάζεψε κίνητρα.
Και ιδού μερικά… κίνητρα απ’αυτά. Τα αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι συγγραφείς στο ερώτημα «γιατί γράφω»:
Για να καταγράψω τον κόσμο όπως είναι. Για να καταγράψω το παρελθόν προτού λησμονηθεί. Για να ανασκάψω το παρελθόν επειδή λησμονήθηκε. Για ναι κανοποιήσω την επιθυμία μου για εκδίκηση. Επειδή ήξερα πως έπρεπε να συνεχίσω να γράφω αλλιώς θα πέθαινα. Επειδή να γράφεις σημαίνει να αναλαμβάνεις ρίσκα, και μόνον έτσι γνωρίζουμε ότι είμαστε ζωντανοί. Για να παράγω τάξη από το χάος. Επειδή με ευχαριστεί. Για να εκφράσω την ανέκφραστη ζωή των μαζών. Για να κατονομάσω το μέχρι τούδε ακατανόμαστο. Για να κοροιδέψω τον Θάνατο. Επειδή η δημιουργία σε εξομοιώνει με το Θεό. Για να αρέσω στις γυναίκες γενικά. Για να ευχαριστήσω και να ψυχαγωγήσω τον αναγνώστη. Για να φανώ πιο ενδιαφέρων απ’ ότι ήμουν στην πραγματικότητα. Για να επιβιώσω και μετά θάνατον. Για να βγάλω λεφτά και να χλευάσω αυτούς που πριν χλεύαζαν εμένα. Για να εκτονώσω την αντικοινωνική μου συμπεριφορά. Γιατί η ιστορία στοίχειωσε μέσα μου και δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Για να μιλήσω για αυτούς που δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Για να επιδιώξω να με κατανοήσει ο αναγνώστης και ο εαυτός μου. Για προσωπικήέκφραση. Για προσωπική ευχαρίστηση. Για να επιστρέψω κάτι από αυτό που δόθηκε. Για να μιλήσω με τους νεκρούς…
Το κίνητρο είναι εκείνο που θα καθορίσει πολλά στη συνέχεια: ποιότητα,αισθητική, ειλικρίνεια, πάθος, ματαιοδοξία, ύφος…
Αλλά αυτό το κίνητρο, εν τέλει, δεν είναι μόνο συγγραφικό, είναι και αναγνωστικό. Πως θα μπορούσε, εξάλλου, να γίνει διαφορετικά. Αυτά τα δύο είναι «σε σχέση».

Κατά συνέπεια θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε γιατί διαβάζουμε εμείς: Για να μαθαίνω. Για να βαθαίνω. Για να ανακαλύπτω. Για νακαταλαβαίνω. Για να κρίνω. Για να ταξιδεύω. Γιατί με ευχαριστεί. Γιατί με ένα βιβλίο ανακαλύπτω εμένα. Ανακαλύπτω τους άλλους. Τη ζωή. Γιατί επικοινωνώ. Γιατί έτσι πρέπει. Γιατί με παρηγορεί. Με ασφαλίζει. Γιατί είναι must. Γιατί με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι. Για να σκοτώσω την ώρα μου.
Κι επίσης, αυτό το κίνητρο είναι που καθορίζει πολλά.
Και τα… ευπώλητα, ίσως;
«Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο βιβλία που μας δαγκώνουν και μας τσιμπούν. Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας ταρακουνά βίαια σαν γροθιά στο κεφάλι, τότε γιατί να μπούμε καν στον κόπο ν’ αρχίσουμε να το διαβάζουμε;
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι βιβλία που μας γρονθοκοπούνσαν την πιο οδυνηρή συμφορά, σαν τον θάνατο κάποιου που αγαπάμε περισσότερο κι από τον εαυτό μας, που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να μας έχουν εξορίσει στα άγρια δάση, μακριά από κάθε ανθρώπινη παρουσία, σαν αυτοκτονία.
Ένα βιβλίο πρέπει να είναι ο πέλεκυς για την παγωμένη θάλασσα που κουβαλάμε μέσα μας. Αυτό πιστεύω εγώ». Αυτά πιστεύει ο Alberto Manguel στην περίφημη «Ιστορία της ανάγνωσης».
Επειδή ένα βιβλίο μπορεί και να είναι για μας η «ζαριά που καταλύει το τυχαίο». Αλλ’ επειδή, είπαμε, με ό,τι έχουμε διαβάζουμε, ό,τι είμαστε, για να μας συμβεί κάτι, θα πρέπει να το θελήσουμε, να είμαστε ήδη ανοιχτοί. «Σε κλειδωμένες ψυχές ο Θεός δεν εισχωρεί, δεν παραβιάζει» (γέρων Πορφύριος), και σε εποχές που συνηθίζουμε να βαδίζουμε τρέχοντας και όλοι μαζί, «ο μοναχικός αναγνώστης ίσως να είναι είδος προς εξαφάνιση». Ίσως και να έχει χάσει ήδη για πάντα «την απόλαυση αυτής της μοναξιάς». Την καταλυτική συνάντηση με ένα βιβλίο. Την ανάγνωση που, ως ζαριά, μπορεί και να καταλύσει το τυχαίο. Εκείνο που παραμένει, ανώδυνο κι ασήμαντο: «σκοτώνω τον χρόνο μου», διαβάζοντας ό,τι με κολακεύει ή ό,τι μου είναι οικείο, φοβάμαι, τελικά. Κι εδώ μπαίνει ο ρόλος μας. Η εντιμότητα, η ευθύνη μας, η ευχαρίστησή μας, εμείς: οι ενδιάμεσοι. Κολλημένοι ο ένας – ίσως- στις επιλογές του άλλου. Παρασυρμένοι από τηνβιαστική, εμπορική, εκδοτική λογική. Σε λίγους μήνες ένα βιβλίο σαν γιαουρτάκι πια, λήγει, παλιώνει. Αυτό που απομένει είναι ό,τι βγήκε, ό,τι διαφημίστηκε, ό,τι κάτι μας θυμίζει ή μας ευχαριστεί. Το «σημαντικό» και το«διαφορετικό» προυποθέτει και Ρίσκο και Χρόνο. Κι η εποχή μας δεν είναι αυτής της λογικής. Πριν από μερικά χρόνια, ξεγελαστήκαμε άπαντες ότι ζούμε εκδοτική και δημοσιογραφική άνοιξη, όσον αφορά το βιβλίο. Βιβλία πολλά και σελίδες αρκετές. Το βιβλίο, προιόν, από τις διαφημίσεις φτάναμε ως και στα…αφιερώματα. Οι κατάλογοι των ευπωλήτων να σε φέρνουν πριν από το…εγκεφαλικό: Έκο και Μάγισσες, ίσα κι όμοια, «Με λένε Μαίρη και είμαι καλά»και Μπόρχες, μαζί!
Η υποχρέωσή μας, να αναφερθούμε στα πάντα; Ή σε ό,τι αξίζει, και ποιος θα το αποφασίσει (και πώς) αυτό από μας;
Η τραγική, αλλά και ευνοημένη τελικά θέση μου στο να «πατώ σε δυο βάρκες» (δηλαδή γράφω αλλά και διαβάζω) μου έχει αποκαλύψει με τρόπο ομολογουμένως οδυνηρό, πολλά. Αντί να δώσουν λύση, εντείνουν το δίλημμα:
Επιλέγω ή παραθέτω ακρίτως; Και όταν επιλέγω, αυτοσχεδιάζω, ακολουθώ, ή αναζητώ, διότι εν γνώσει μου πια «μέσα στη φασαρία το χάνεις το σημαντικό;»
Και πώς αγνοείς εκείνο για το οποίο γράφουν οι πάντες; Πώς γυρίζεις την πλάτη σου, όσον αφορά την κριτική, στο αναγνωστικό κοινό; Επ’ ουδενί βεβαίως η βιβλιοκριτική δεν μπορεί να είναι διαφήμιση, μπορεί όμως να είναι καθαρά προσωπική επιλογή: διαβάζω ό,τι μ’ αρέσει ή ό,τι εικάζω, ό,τι θα μ’ αρέσει και είμαι αρκούντως ανοιχτή: σε ό,τι καινούργιο, ακόμα και όταν μας υπερβαίνει. Αλλά «κακό χωριό τα λίγα σπίτια», και φοβούμαι ότι συνήθως δεν συμβαίνει αυτό. Η σίγουρη… επιλογή- λύση, σε ελληνικά ή ξενόγλωσσα, το ήδη γνωστό! Ό,τι γνωρίζουμε, διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε, σαν φίδι που δαγκώνει την ίδια του την ουρά. Το διαφορετικό, απαιτεί κόπο και χρόνο, και η βραδύτης καθόλου δεν συνάδει με την βιαστική, γρήγορη, εύπεπτη εποχή.
Στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, κι εκεί, «το γνωστό» αποτελεί την εγγύηση. Εξάλλου ο μεταφραστής θα πρέπει να είναι με τον συγγραφέα, συγγενικής λογικής. Μπορείτε να φανταστείτε Μπόρχες χωρίς Κυρακίδη ή Καλοκύρη; Γιουρσενάρ δίχως Χατζηνικολή; Το πόσο σημαντική είναι η Πρου από τον Αύγουστο Κορτώ το διαπίστωσα. Και όποιος από μας που αγαπά τον Μαγιακόφσκι, αναλόγως τον Ρίτσο ή τον Ελύτη, δεν είναι ήδη σίγουρος για της μετάφρασης την δημιουργική λογική; Ακόμα και η θέση του «και», κάνει την πρόταση, μια άλλη.
Όσο για την «λογοτεχνία της περιφέρειας», μόνο οι δημόσιες σχέσεις μπορεί να έχουν αφετηρία αθηνοκεντρική. Η λογοτεχνία είναι ΜΙΑ και δεν γνωρίζει ούτε όρους, ούτε και όρια: χρονικά ή γεωγραφικά. Και ο χρόνος, ο μέγας φίλος της, ευτυχώς, θα αναλάβει να ξεχωρίσει τα πάντα. Γι’ αυτό λοιπόν κανείς από μας ας μην ανησυχεί. Βιβλίο και Χρόνος, θα παραμείνουν οι καλύτεροι φίλοι.Τύπος και Βιβλίο…
Ειλικρινά, δεν ξέρω τι να σας πω.
Με ό,τι έχει κανείς επιλέγει, ό,τι είναι. Δυστυχώς, για τους περισσότερους από μας, αγαπάμε ό,τι μας μοιάζει και όχι ό,τι αξίζει. Ελπίζω να μη σας κούρασα πολύ. Ευχαριστώ.

Ας ανακαλύψουμε την ελληνική λογοτεχνία

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη


Κατ΄αρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου για την πρόσκληση καθώς και τη συνάδελφο Ελένη Γκίκα για την παραίνεση να παρευρεθώ σ΄αυτό το τόσο ενδιαφέρον συνέδριο.

1. Παρουσίαση βιβλίου: διαφήμιση ή βιβλιοκριτική;
2. Ελληνικά, μεταφρασμένα ξενόγλωσσα ή πρωτότυπα ξενόγλωσσα κείμενα: κριτήρια επιλογής και αναγνωστικό κοινό.
3. Μεταφρασμένη λογοτεχνία: απόδοση ή δημιουργία;
4. Λογοτεχνία της περιφέρειας ή «περιφερειακή» λογοτεχνία;


Προβληματίσθηκα πολύ ως προς το ποιά θεματική ενότητα να προσεγγίσω σ΄αυτή την ημερίδα, όπου έγκριτοι συνάδελφοι έχουν κληθεί να καταθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με την προώθηση του βιβλίου μέσα απο τις σελίδες των εντύπων.

Ζώντας σε δύο πραγματικότητες ταυτόχρονα, της Ελλάδας και του Καναδά και ορμώμενη απο το Μόντρεαλ, όπου ζώ και εργάζομαι τα τελευταία 20 χρόνια, θα ήθελα να δώσω το στίγμα της προβολής της λογοτεχνίας στην χώρα της διαμονής μου, όπου συνυπάρχουν αρμονικά δύο πολιτισμοί , ο αγγλόφωνος και ο γαλλόφωνος με τις ανάλογες επιρροές απο την Αμερική και την Ευρώπη ταυτόχρονα.

Ο Καναδάς, λοιπόν, μια τεράστια αλλά αραιοκατοικημένη χώρα με δύο επίσημες γλώσσες , την αγγλική και τη γαλλική, παλεύει απο της ύπαρξής του ως κράτος να δημιουργήσει μια δική του λογοτεχνική ταυτότητα, η οποία θα είναι διαφοροποιημένη απο εκείνη της σαρωτικής αμερικάνικης κουλτούρας αλλά και απο την παραγωγή της γαλλικής λογοτεχνίας.

Ετσι, τόσο στα αγγλόφωνα όσο και στα γαλλόφωνα έντυπα του βιβλίου,(όλες οι εφημερίδες και τα πολιτιστικά έντυπα περιέχουν εβδομαδιαία ένθετα για το βιβλίο απαρεγκλίτως και χωρίς εκπτώσεις σε μέγεθος ή σχήμα) κυριαρχεί η βαθειά πολιτική πρόθεση να σμιλευτεί το πορτρέτο της καναδικής λογοτεχνίας ως αυτούσιο είδος στη διεθνή λογοτεχνική σκηνή. Ως εκ τούτου, επιχειρείται να δοθεί χώρος κατα 70% στην βιβλιοκριτική της καναδικής λογοτεχνίας και 30% στη διεθνή βιβλιοκριτική, προκειμένου να αναδειχθεί η ντόπια πνευματική παραγωγή και να οδηγηθούν οι αναγνώστες στην αγορά και την ανάγνωση της.

Ενώ λοιπόν, μοιραία η καναδική αγορά κατακλύζεται απο χιλιάδες τίτλους αμερικάνικων ή γαλλικών βιβλίων, τα ένθετα του βιβλίου στις εφημερίδες και τα περιοδικά ασχολούνται συστηματικά με την παρουσίαση των καναδικών βιβλίων, προκειμένου να υποστηριχθεί η τοπική λογοτεχνία της χώρας και να αποτραπεί η αφομοίωσή της προς τις ομόγλωσσες λογοτεχνικές σκηνές των ΗΠΑ και της Γαλλίας αντίστοιχα.

Οπως λέει η μεγάλη συγγραφέας Μάργκαρετ Ατγουντ, η οποία έχει κατορθώσει να ξεφύγει απο τα στενά όρια της πατρίδας της νικώντας το κατεστημένο της μικρής χώρας στην άγρια πραγματικότητα της μαζικότητας της βιβλιαγοράς:

«Κάθε χώρα ή κουλτούρα έχει ένα μοναδικό ενωτικό και υποστηρικτικό σύμβολο στον πυρήνα της . Το σύμβολο, είτε είναι λέξη, φράση, ιδέα, εικόνα ή όλα μαζί λειτουργεί ως σύστημα ιδεών (πρόκειται για ένα σύστημα ιδεών όχι πάντοτε φορμαρισμένο), το οποίο κρατάει τη χωρα ενωμένη και βοηθάει τους ανθρώπους να συνεργάζονται σε κοινούς στόχους.

Το κεντρικό σύμβολο του Καναδά και –αυτό βασίζεται σε δεκάδες περιπτώσεις τόσο στην αγγλική όσο και στη γαλλική λογοτεχνία- είναι αναμφισβήτα η Επιβίωση. Πρόκειται για μια πολύπρόσωπη και πολυεπίπεδη ιδέα. Για τους πρώτους εξερευνητές και εποικιστές σήμαινε στεγνή επιβίωση σε σχέση με εχθρικούς παράγοντες, φύση και αυτόχθονες Ινδιάνους. Να σμιλέψεις ένα τόπο κι ένα τρόπο να κρατηθείς ζωντανός σαν ξύλο στον κυκλώνα. Πολλοί Καναδοί ποιητές επιλέγουν ως θεματική αυτό το είδος της επιβίωσης. Για το Γαλλόφωνο Καναδά, αφότου οι Αγγλοι κατέλαβαν τα εδάφη του, η πολιτιστική επιβίωση έγινε τρόπος ζωής των ανθρώπων που προσπάθησαν να κρατήσουν τη θρησκεία και τη γλώσσα τους κάτω απο μια ξένη κυβέρνηση.Και στον Αγγλόφωνο Καναδά καθώς οι Αμερικανοί κρατούν τα ηνία, η επιβίωση γίνεται στοιχείο παραμόνιμης έμπνευσης».

Αλλά η κύρια ιδέα είναι η πρώτη: να κρατηθεί η τοπική λογοτεχνία, να επιβιώσει σ΄αυτούς τους καιρούς της επιβολής κυρίαρχων πολιτισμικών προτύπων λόγω των γλωσσών μεγάλης και ευρείας επιρροής, που αγγίζουν εκατομμύρια αναγνωστών.

Καθώς διάβαζα το βαθειά μελετημένο απόσπασμα της θέσης της Ατγουντ για την επιβίωση της καναδικής λογοτεχνίας μέσα στον καταιγισμό της αντίστοιχης αμερικάνικης και γαλλικής, αναρρωτήθηκα πώς προβάλλεται τελικά η ελληνική λογοτεχνία στα έντυπα της πατρίδας μου σε σχέση με την ξένη.

Διατρέχοντας κάθε εβδομάδα τα ένθετα των βιβλίων ανα τις ελληνικές εφημερίδες, με λύπη διαπιστώνω πως το μεγάλο μέρος προβολής της λογοτεχνίας εξαντλείται στην βιβλιοκριτική ή απλή παρουσίαση μεταφρασμένων βιβλίων των αγορών του κόσμου.

Κι ενώ πιστεύω ακράδαντα στην διείσδυση της διεθνούς λογοτεχνίας στη χώρα μας προκειμένου το αναγνωστικό κοινό να κοινωνήσει των νέων ιδεών και τάσεων , ταυτόχρονα απορώ για το έλλειμμα προβολής και προώθησης των έργων της ελληνικής λογοτεχνίας.

Αυτό που με προβληματίζει τα μάλα είναι πως ακόμη και απο την ξένη λογοτεχνική σκηνή, επιλέγονται προς μετάφραση και επομένως προς παρουσίαση, βιβλία ευπώλητα χωρίς κανένα ιδιαίτερο βάθος ή στύλ γραφής (πχ. Ο κώδικας Νταβίντσι, το Νησί κα), καθώς οι εκδοτικοί οίκοι υποκύπτουν στη λογική του μπέστ σέλερ.

Πιστεύω πως όλοι εμείς που γράφουμε και προβάλλουμε το βιβλίο στην ευρύτητά του θα πρέπει να συλλογιστούμε βαθειά, πέρα απο στεγανά και δόγματα εδώ στην Ελλάδα. Οφείλουμε να μελετήσουμε τα νέα πονήματα της ελληνικής λογοτεχνίας με σοβαρότητα και σε βάθος, προκειμένου να συντηρήσουμε την ταυτότητα της ελληνικής πενυματικής παραγωγής, που απειλείται όχι απο την έλλειψη δημιουργικότητας και ταλέντων, αλλά απο την αδιαφορία μας να τα αναδείξουμε.

Είμαι πεπεισμένη πως μπορούμε να ξεφύγουμε απο τον μικρόκοσμο της ανακύκλωσης των ίδιων προσώπων και παραπλήσιων έργων. Ας εκπονήσουμε, λοιπόν, μια πολιτική συστηματικής προβολής του ελληνικού βιβλίου, προκειμένου να ανακαλύψουμε τη νέα γενιά της λογοτεχνίας και να την προβάλουμε σε αντιστάθμισμα του καταιγισμού των μεγάλων λογοτεχνικών αγορών του κόσμου.
Δεν προτείνω τον προστατευτισμό (Protectionism) της ελληνικής λογοτεχνίας και καμιάς λογοτεχνίας. Θεωρώ καθήκον μας να περιφρουρήσουμε την πρωτογενή λογοτεχνική παραγωγή μας . Και είναι πλούσια, πιστέψτε με.

Σας ευχαριστώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…