Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Το ότι ήταν ο ίδιος ο παίχτης και το πιόνι, από εκείνο το αλλόκοτο παιχνίδι έπρεπε πρώτα να το είχε καταλάβει. Ο καμένος και ταυτόχρονα κι η φωτιά. Ο πυρπολημένος και ο πυρπολητής. Ο ψαράς και το ψάρι στο δίχτυ που σπαρταρά. Ο κυνηγός και το λαβωμένο πουλί. Ο αντικατοπτρισμός και το αντικείμενο του ειδώλου. Ποτέ συμπαγής. Με ένα νερένιο ψευδαισθησιακό, πάντα σαγηνευτικό εαυτό.
«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτε άλλο, παρά αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».

Κι όμως, δεν τονε πίστεψε! Φαινόταν τόσο ακίνδυνος, τόσο απών.
Από την ίδια του τη ζωή.
Μέχρι αυτό το βράδυ.

Ήρθε πρώτα στον ύπνο της, όπως συνήθιζε να κάνει. Ο υποσυνείδητος εαυτός πάντοτε βήματα μπροστά από τον ακόμα συνειδητό αβίωτο χρόνο.
Φορούσε το μαύρο του κοστούμι κι ήταν ολόλαμπρος, γοητευτικός κι απειλητικός, ένας Άγγελος- τιμωρός.
«Όχι εμείς δεν φταίξαμε, όμως σ’ εμένα έρχεται να ξεσπάσει το κρίμα. Κι εγώ, θα πληρώσω. Γενναία κι αγόγγυστα».
Μπροστά του τα άσπρα και μαύρα πιόνια ενός τεράστιου μαρμάρινου σκακιού: ο πύργος, ο τρελός, ο άβουλος βασιλιάς και η απολύτως προστατευμένη, η απόρθητη βασίλισσα. Με το ίδιο χέρι, αλλάζοντας θέση, κουνούσε ο ίδιος και τα μαύρα και τα λευκά. Επιτέλους πρώτη φορά αντίκριζε στην πράξη αυτό το αλλόκοτο, παρανοικό του παιχνίδι:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».

Έτσι τον έβλεπε. Ολόκληρη τη νύχτα. Με μάτια γεμάτα πυρετό να νικά τον λευκό του Εαυτό, πάλι και πάλι.

«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Το καταλαβαίνετε, φυσικά. Πόσο παράλογο είναι να θέλει να εντάξει τον Άγγελο στην «Σκακιστική νουβέλα». Σ’ ένα ταξίδι στη μέση του πουθενά για το νησί-που-τελικά-εκεί-θα-ξεχάσω-τα-πάντα. Αλλά και οι δικές της ιστορίες, τι άλλο είναι από το εδώ-μέσα-μπαίνω-γίνομαι-ο-άλλος-και-ξεχνώ-τα-πάντα; Τι άλλο από μια καθαρά-δική-της-υπόθεση-παρτίδα-σκακιού με την ίδια παίχτη και πιόνι ταυτοχρόνως και εναλλάξ;
Όμως πώς γίνεται κανείς να ονειρεύεται και ταυτοχρόνως να σκέφτεται και το δικό του όνειρο μαζί;

«Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Του το φωνάζει, αυτός το ‘χει πει ή μήπως ο εγκλωβισμένος παίχτης στον Τσβάιχ; Όμως παίζει. Μανιωδώς. Σε μια παρτίδα Ζωής και Θανάτου. Του φωνάζει. Αλλά δεν την ακούει.
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα μ’ ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Δεν την ακούει.
Σκέφτεται μόνο προφυλάσσοντας και στις δυο όχθες την βασίλισσα πάντα, κι εκείνη που πριν τον γνωρίσει άκουγε ήδη την σκέψη του, προτού ξημερώσει ήδη το ξέρει.


Θα είμαι όλοι ή κανείς’ θα είμαι ο άλλος.

σελ.81-84

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…