Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Έτσι θα εξαφανιστεί και η Σουμίρε για κάποιο διάστημα, σαν Λάικα ή Σπούτνικ αφήνοντας πίσω τι άλλο; Γραπτά ίχνη. Δυο έγγραφα διότι όπως γράφει «ήταν πάντα έτσι, από τότε που ήμουν μικρή. Όταν δεν καταλάβαινα κάτι, μάζευα τις λέξεις που βρίσκονταν σκόρπιες στα πόδια μου και τις έβαζα τη μία δίπλα στην άλλη σε προτάσεις. Εάν αυτό δεν βοηθούσε, τις ξανασκόρπιζα και τις μάζευα πάλι με διαφορετική σειρά. Όταν το επαναλάμβανα αυτό αρετές φορές, έφτανα στο σημείο να σκέφτομαι όπως οι άλλοι άνθρωποι. Δεν δυσκολευόμουν ποτέ να γράψω για τον εαυτό μου. Άλλα παιδιά μάζευαν πετραδάκια ή βελανίδια. Εγώ έγραφα. Με την ίδια φυσικότητα που ανέπνεα, σκάλιζα στο χαρτί τη μία πρόταση μετά την άλλη. Και σκεφτόμουν».
Τακτική που αφορά και τον ίδιο τον Μουρακάμι, όπως κατ’ επανάληψη έχει εξομολογηθεί.
σελ.97

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Πόσο πονάμε όταν χαλάμε ό,τι πιο πολύ αγαπάμε; Και γιατί, άραγε, να σπάμε, εκείνα ακριβώς που αγαπάμε πιο πολύ;
σελ.93

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

«ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ» του Στέφαν Τσβάιχ, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδ. «Άγρα», σελ. 128

«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».
Η «Σκακιστική νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ είναι αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από το, ούτως ή άλλως, μεταθανάτιο αριστούργημά του (δημοσιεύτηκε στη Στοκχόλμη το 1943, μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε αυτοεξόριστος). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει και ως το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.
Η μόλις 120 σελίδων αλληγορική συγγραφική παρτίδα που διαδραματίζεται επάνω σε ένα πλοίο και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατορθώνει και περικλείει μέσα από την προσωπικότητα (και την ιστορία) των δύο σκακιστών μονομάχων, όλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα αδιέξοδα αυτής της σκοτεινής εποχής.
Διότι στο πλοίο, από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, μαζί με αρκετούς ευρωπαίους επιβάτες οι οποίοι φεύγουν μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού επιζητώντας καταφύγιο αυτοεξόριστοι στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ταξιδεύει και ο Μίρκο Τσέντοβιτς, ο σκοτεινός, άξεστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Θα τον αντιμετωπίσουν, κατ’ αρχάς, σε μια παρτίδα χωρίς διέξοδο, όλοι οι σκακιστές του πλοίου. Στην τελευταία παρτίδα τους σχεδόν τον νικούν, υπό την καθοδήγηση του δρ Μπ. Ενός ευαίσθητου διανοούμενου δικηγόρου που επέζησε της τρέλας και του εγκλεισμού χάρη σε ένα σκακιστικό βιβλίο. Παίζοντας φανταστικές παρτίδες πάλι και πάλι με τον αντίπαλο εαυτό:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».
Κατανοώντας ταυτοχρόνως και όλο το σχιζοφρενικό του εγχειρήματος:
«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Αναγνωρίζοντας πως: «Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Παρ’ όλ’ αυτά όμως:
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Η σωτηρία γι’ αυτόν ήρθε με την με την μορφή ενός βιβλίου, κι ο συγγραφέας θα κάνει αυτές τις περιγραφές, αριστοτεχνικά:
«Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: ένα ΒΙΒΛΙΟ! Τέσσερις μήνες είχα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου και στην ιδέα και μόνο πως θα μπορούσα να δω λέξεις αραδιασμένες τη μια μετά την άλλη, γραμμές ολόκληρες, σελίδες, φύλλα, στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσα να διαβάσω νέες, αλλιώτικες σκέψεις, σκέψεις άλλων ανθρώπων, να τις παρακολουθήσω νοερά και να ξεχαστώ, ένιωσα μεθυσμένος και ταυτόχρονα ναρκωμένος».
«Μια ηδονή που χρονοτριβούσε επίτηδες και γαργαλούσε ευχάριστα να νεύρα μου: βυθίστηκα λοιπόν στην ονειροπόληση και προσπαθούσα να φανταστώ τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που είχα κλέψει, τι είδους βιβλίο θα προτιμούσα εγώ. Προπάντων έπρεπε να είναι πυκνοτυπωμένο, να έχει πολλά- πολλά γράμματα, πολλές- πολλές λεπτές σελίδες, για να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Κι έπειτα ευχόμουν να δω μπροστά μου ένα έργο που θα απαιτούσε μεγάλη διανοητική προσπάθεια από μέρους μου. Όχι κάτι ελαφρύ κι εύκολο, αλλά κάτι που θα μπορούσε κανείς να το αποστηθίσει, ποίηση, ας πούμε, και το προτιμότερο θα ήταν- τι τολμηρό όνειρο!- Γκαίτε ή Όμηρος».
Αλλά και η παραφορά θα προκύψει απ’ το ίδιο βιβλίο. Διότι ο αντίπαλος εαυτός είναι, εν τέλει, ο πλέον επικίνδυνος εαυτός. Κι ο ναζισμός, μια μορφή αντίπαλου εαυτού για τον βιεννέζο συγγραφέα ενδεχομένως να ήταν. Ο οποίος και τον συνέτριψε, τελικά.
Ένα λιτό, καλομετρημένο (ούτε σιωπή δεν περισσεύει), σαν καλομελετημένη παρτίδα σκακιού, μικρό αριστούργημα. Ψυχογράφημα ταυτοχρόνως και βαθύτερη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Παιγνιώδες σαν θρίλερ, σκοτεινό και αντιφατικό σαν ανθρώπινη ψυχή. Προφητικό, για τον ίδιο το συγγραφέα του. Εφόσον, όταν γράφουμε, εντέλει υπογράφουμε με τον πιο βαθύ μας, σοφό, παντογνώστη, προφήτη εαυτό. Τελειώνοντάς το αδημονούσα να μάθω σκάκι! Επειγόντως!

σελ. 85-88

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Το ότι ήταν ο ίδιος ο παίχτης και το πιόνι, από εκείνο το αλλόκοτο παιχνίδι έπρεπε πρώτα να το είχε καταλάβει. Ο καμένος και ταυτόχρονα κι η φωτιά. Ο πυρπολημένος και ο πυρπολητής. Ο ψαράς και το ψάρι στο δίχτυ που σπαρταρά. Ο κυνηγός και το λαβωμένο πουλί. Ο αντικατοπτρισμός και το αντικείμενο του ειδώλου. Ποτέ συμπαγής. Με ένα νερένιο ψευδαισθησιακό, πάντα σαγηνευτικό εαυτό.
«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτε άλλο, παρά αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».

Κι όμως, δεν τονε πίστεψε! Φαινόταν τόσο ακίνδυνος, τόσο απών.
Από την ίδια του τη ζωή.
Μέχρι αυτό το βράδυ.

Ήρθε πρώτα στον ύπνο της, όπως συνήθιζε να κάνει. Ο υποσυνείδητος εαυτός πάντοτε βήματα μπροστά από τον ακόμα συνειδητό αβίωτο χρόνο.
Φορούσε το μαύρο του κοστούμι κι ήταν ολόλαμπρος, γοητευτικός κι απειλητικός, ένας Άγγελος- τιμωρός.
«Όχι εμείς δεν φταίξαμε, όμως σ’ εμένα έρχεται να ξεσπάσει το κρίμα. Κι εγώ, θα πληρώσω. Γενναία κι αγόγγυστα».
Μπροστά του τα άσπρα και μαύρα πιόνια ενός τεράστιου μαρμάρινου σκακιού: ο πύργος, ο τρελός, ο άβουλος βασιλιάς και η απολύτως προστατευμένη, η απόρθητη βασίλισσα. Με το ίδιο χέρι, αλλάζοντας θέση, κουνούσε ο ίδιος και τα μαύρα και τα λευκά. Επιτέλους πρώτη φορά αντίκριζε στην πράξη αυτό το αλλόκοτο, παρανοικό του παιχνίδι:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».

Έτσι τον έβλεπε. Ολόκληρη τη νύχτα. Με μάτια γεμάτα πυρετό να νικά τον λευκό του Εαυτό, πάλι και πάλι.

«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Το καταλαβαίνετε, φυσικά. Πόσο παράλογο είναι να θέλει να εντάξει τον Άγγελο στην «Σκακιστική νουβέλα». Σ’ ένα ταξίδι στη μέση του πουθενά για το νησί-που-τελικά-εκεί-θα-ξεχάσω-τα-πάντα. Αλλά και οι δικές της ιστορίες, τι άλλο είναι από το εδώ-μέσα-μπαίνω-γίνομαι-ο-άλλος-και-ξεχνώ-τα-πάντα; Τι άλλο από μια καθαρά-δική-της-υπόθεση-παρτίδα-σκακιού με την ίδια παίχτη και πιόνι ταυτοχρόνως και εναλλάξ;
Όμως πώς γίνεται κανείς να ονειρεύεται και ταυτοχρόνως να σκέφτεται και το δικό του όνειρο μαζί;

«Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Του το φωνάζει, αυτός το ‘χει πει ή μήπως ο εγκλωβισμένος παίχτης στον Τσβάιχ; Όμως παίζει. Μανιωδώς. Σε μια παρτίδα Ζωής και Θανάτου. Του φωνάζει. Αλλά δεν την ακούει.
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα μ’ ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Δεν την ακούει.
Σκέφτεται μόνο προφυλάσσοντας και στις δυο όχθες την βασίλισσα πάντα, κι εκείνη που πριν τον γνωρίσει άκουγε ήδη την σκέψη του, προτού ξημερώσει ήδη το ξέρει.


Θα είμαι όλοι ή κανείς’ θα είμαι ο άλλος.

σελ.81-84

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Το ότι ήταν ο ίδιος ο παίχτης και το πιόνι, από εκείνο το αλλόκοτο παιχνίδι έπρεπε πρώτα να το είχε καταλάβει. Ο καμένος και ταυτόχρονα κι η φωτιά. Ο πυρπολημένος και ο πυρπολητής. Ο ψαράς και το ψάρι στο δίχτυ που σπαρταρά. Ο κυνηγός και το λαβωμένο πουλί. Ο αντικατοπτρισμός και το αντικείμενο του ειδώλου. Ποτέ συμπαγής. Με ένα νερένιο ψευδαισθησιακό, πάντα σαγηνευτικό εαυτό.
«Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτε άλλο, παρά αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».

Κι όμως, δεν τονε πίστεψε! Φαινόταν τόσο ακίνδυνος, τόσο απών.
Από την ίδια του τη ζωή.
Μέχρι αυτό το βράδυ.

Ήρθε πρώτα στον ύπνο της, όπως συνήθιζε να κάνει. Ο υποσυνείδητος εαυτός πάντοτε βήματα μπροστά από τον ακόμα συνειδητό αβίωτο χρόνο.
Φορούσε το μαύρο του κοστούμι κι ήταν ολόλαμπρος, γοητευτικός κι απειλητικός, ένας Άγγελος- τιμωρός.
«Όχι εμείς δεν φταίξαμε, όμως σ’ εμένα έρχεται να ξεσπάσει το κρίμα. Κι εγώ, θα πληρώσω. Γενναία κι αγόγγυστα».
Μπροστά του τα άσπρα και μαύρα πιόνια ενός τεράστιου μαρμάρινου σκακιού: ο πύργος, ο τρελός, ο άβουλος βασιλιάς και η απολύτως προστατευμένη, η απόρθητη βασίλισσα. Με το ίδιο χέρι, αλλάζοντας θέση, κουνούσε ο ίδιος και τα μαύρα και τα λευκά. Επιτέλους πρώτη φορά αντίκριζε στην πράξη αυτό το αλλόκοτο, παρανοικό του παιχνίδι:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».

Έτσι τον έβλεπε. Ολόκληρη τη νύχτα. Με μάτια γεμάτα πυρετό να νικά τον λευκό του Εαυτό, πάλι και πάλι.

«Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Το καταλαβαίνετε, φυσικά. Πόσο παράλογο είναι να θέλει να εντάξει τον Άγγελο στην «Σκακιστική νουβέλα». Σ’ ένα ταξίδι στη μέση του πουθενά για το νησί-που-τελικά-εκεί-θα-ξεχάσω-τα-πάντα. Αλλά και οι δικές της ιστορίες, τι άλλο είναι από το εδώ-μέσα-μπαίνω-γίνομαι-ο-άλλος-και-ξεχνώ-τα-πάντα; Τι άλλο από μια καθαρά-δική-της-υπόθεση-παρτίδα-σκακιού με την ίδια παίχτη και πιόνι ταυτοχρόνως και εναλλάξ;
Όμως πώς γίνεται κανείς να ονειρεύεται και ταυτοχρόνως να σκέφτεται και το δικό του όνειρο μαζί;

«Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο».
Του το φωνάζει, αυτός το ‘χει πει ή μήπως ο εγκλωβισμένος παίχτης στον Τσβάιχ; Όμως παίζει. Μανιωδώς. Σε μια παρτίδα Ζωής και Θανάτου. Του φωνάζει. Αλλά δεν την ακούει.
«Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα μ’ ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά».
Δεν την ακούει.
Σκέφτεται μόνο προφυλάσσοντας και στις δυο όχθες την βασίλισσα πάντα, κι εκείνη που πριν τον γνωρίσει άκουγε ήδη την σκέψη του, προτού ξημερώσει ήδη το ξέρει.


Θα είμαι όλοι ή κανείς’ θα είμαι ο άλλος.
σελ.81-84

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Χωρίς να πουν λέξη, πέρασαν ο ένας δίπλα απ’ τον άλλον κι εξαφανίστηκαν μέσα στο πλήθος. Για πάντα.

«Σαν τη Μαγιού Κασαχάρα, έμεινα εγώ να σου γράφω ανεπίδοτες επιστολές μια ζωή».
Κοιτάζει βουβή τα μικρά μοβ ακατανόητα σημάδια. Ώρες- ώρες, ούτε ξέρει τι γράφει. Ακριβώς όπως και στον ύπνο της που, αγνοεί κάθε βράδυ και τι θα ονειρευτεί. Το χέρι της, όπως και τ’ όνειρό της, εάν το αφήσει ελεύθερο πάντοτε ξέρει εκείνο το που την πηγαίνει.
Θα περάσουνε μέρες για να μπορέσει ν’ ανακαλύψει άναυδη κι εκείνη η ίδια το δικό της κρυμμένο και άγνωστο «πού».
«Αυτό το «πού» που θα με φέρει σε σένα».
Γράφει. Κι ύστερα: «μα γιατί το ‘γραψα αυτό; Αφού δεν είσαι πουθενά. Ή τελικά, είσαι κάπου; Με το σκάκι σου, εμένα βασίλισσα κι αυτό το σιβυλλικό ολόμαυρο κοστούμι».
«Μονάχα αν την γράψω, την καταλαβαίνω τη ζωή» του είχε πει. Και από μέσα της «και άμα τη διαβάσω», που είναι το ίδιο. Όμως προτού του το πει, εκείνος ήδη το γνώριζε. Διότι την διάβαζε και το γνώριζε.
Την γνώριζε.
Όπως πάντα γνωρίζουμε εκείνον ή εκείνη που, εν τέλει, θα γνωρίσουμε. «Από τότε που γεννήθηκα ερχόμουν σε σένα» ποτέ δεν του το ‘πε. Από την πρώτη εκείνη ώρα το σκέφτηκε.
Και τώρα; Που εκείνος πήγε στη θάλασσα, αυτή πού θα πάει;
Ναυαγοσωστικό και ταυτοχρόνως ο περισυλλεγής ναυαγός του.
Ο Άγγελος, αλήθεια, πού έχει πάει;
σελ.89-90

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Όταν φτάνει, επιτέλους, στο εκκλησάκι έχει μουσκέψει ολόκληρη απ’ τη βροχή. Η πόρτα, ανοιχτή. Λες και την περιμένει. Μισοασβεστωμένοι οι τοίχοι, οι άγιοι σβηστοί. Μονάχα δυο αναμμένα καντήλια. Κανένα κερί. Σκύβει σκαλίζοντας τα σκουπίδια. Βρίσκει πέντε μισοκαμένα. Ένα γι’ αυτήν. Το ανάβει απ’ το αριστερό καντήλι. Το χώνει στο χώμα, ψιθυρίζει «μαμά» τρυφερά και σιγά, λες κι είναι εκεί. Ανάβει το δεύτερο, Άγγελε, σκέφτεται. Ήταν πάντα στη σκέψη της. Και τώρα, είναι σχεδόν βέβαιη, ναι, μπορεί να τον επικαλεστεί. Κι αν είναι κάπου,
αν είναι κάπου,
θα ‘ρθεί.
Εκείνο για τον πατέρα το βάζει ακριβώς κολλητά στο δικό της. Δεν τελειώνουν με τον θάνατο οι σχέσεις, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν εξηγηθεί, συγχωρεθεί. Το επόμενο είναι για τον πατέρα του. Ίσως τώρα που γύρισε, να μπορέσει να καταλάβει κάποια στιγμή.
Ίσως κάποια στιγμή να μάθει, τότε, τι είχε συμβεί.
Και σκόρπισαν έτσι στον άνεμο οι ζωές τους.

Το τελευταίο κερί είναι για τη γιαγιά. «Γιαγιάκα μου» προσεύχεται στ’ όνομά της. Από μικρό παιδί.
σελ. 62-63

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

«ΟΥΤΕ ΑΓΙΟΙ ΟΥΤΕ ΑΓΓΕΛΟΙ» του Ιβάν Κλίμα, Μετάφραση: Βικτώρια Τράπαλη, Εκδ. «Κέδρος», σελ. 307

«Κάποτε που είχα κατάθλιψη ρώτησα τον άντρα μου ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής… Σε θεμελιακό επίπεδο, δεν έχουμε πραγματικά ζωή, καθώς η διάρκεια της ύπαρξής μας είναι τόσο απειροελάχιστη συγκρινόμενη με τον κοσμικό χρόνο που δεν αφήνει ίχνη. Κι ό,τι δεν καταγράφεται, ουσιαστικά δεν υπάρχει… Ζούμε σαν να μην υπάρχουμε. Αν ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν, δε γνωρίζει τίποτα για μας, εμείς μονάχα νομίζουμε ότι ξέρουμε γι’ αυτόν. Είμαστε πολύ μικροί για να είμαστε υπολογίσιμοι…»
Αλλά παρ’ ότι δεν είμαστε υπολογίσιμοι στους «βλεφαρισμούς του Θεού», είμαστε απολύτως όσον αφορά την ιστορία, εφόσον η Ιστορία με κεφαλαίο είτε το ξέρουμε είτε το αγνοούμε ή θέλουμε να το αγνοούμε, πάντοτε καθόριζε και παράσερνε τις μικρές μας προσωπικές ιστορίες και κανένα καθεστώς δεν πέφτει χωρίς, τελικά, παράπλευρες απώλειες.
Κι ο τσέχος Ιβάν Κλίμα αυτό το γνωρίζει καλά.
σελ. 75


Στις σελίδες του μυθιστορήματος και μέσα από τις ζωές της Κριστίνα, της Γιάνα και του Γιαν, περνούν σχεδόν τα πάντα: η ιστορία της Τσεχοσλοβακίας, το μαρτυρικό εβραικό παρελθόν, η σύγχρονη πλήξη, κατάθλιψη και ανία, η ανθρώπινη μοναξιά και το αμετάκλητο του θανάτου, η Αγάπη, η Συγχώρεση, η Εξιλέωση, το μέγιστο αίνιγμα του νοήματος και του Θεού. Το θαύμα της ζωής, τελικά, για όσο και όπως. Και η ταπείνωση, η ύψιστη χριστιανική αρετή: «Καταλαβαίνω ξαφνικά ότι κανείς τους δεν ήταν ευτυχισμένος: δεν ήξεραν να ζουν μ’ αυτά που είχαν, ζητούσαν κάτι άλλο απ’ αυτό που τους πρόσφερε η ζωή. Τους έλειπε η ταπεινοφροσύνη. Το ίδιο κι εμένα: κι έτσι δεν ήμουν ικανή να συμφιλιωθώ μαζί τους, ούτε με τη ζωή μου. Πρέπει να αποδεχόμαστε τους ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν αποδεχόμαστε τις πράξεις τους». Η μέγιστη παραδοχή της Κριστίνα. Εξάλλου, όπως είπε κι η Γιάνα, στο ερειπωμένο εκκλησάκι το δίχως αγιογραφίες μοναχά με τα δυο μπλε βάζα: «Ούτε άγιοι, ούτε άγγελοι. Μονάχα δυο βάζα και τίποτε άλλο».
σελ. 77-78

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ:

Αγάπα με για να μπορέσω να μ’ αγαπήσω

«Ίσως το νόημα της ζωής για μια γυναίκα να συνίσταται μονάχα στο να ανακαλυφθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, ιδωμένη έτσι ώστε να νιώθει να ακτινοβολεί από φως».

«ΆΒΥΣΣΟΣ» της Κάρμεν Λαφορέτ, Πρόλογος: Μάριο Βάργκας Γιόσα, Μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Εκδ. «Πατάκη», σελ. 338

«Μου φαινόταν πως ήταν ανώφελο να τρέχουμε, όταν διαρκώς περνάμε απ’ τον ίδιο κλειστό δρόμο της προσωπικότητάς μας. Ορισμένοι γεννιούνται για να ζουν, άλλοι για να δουλεύουν, άλλοι για να κοιτάζουν τη ζωή. Εγώ είχα ένα μικρό και ποταπό ρόλο θεατή. Αδύνατον ν’ απαλλαγώ. Μια τρομερή κατάθλιψη ήταν για μένα το μοναδικό αληθινό πράγμα εκείνες τις στιγμές».
Με μότο το ποίημα του Ισπανού ποιητή και νομπελίστα Χουάν Ραμόν Χιμένεθ «Τίποτε», εξάλλου «Νάδα», δηλαδή «Τίποτε» στα ισπανικά υπήρξε και ο τίτλος του, μια εικοσάχρονη κοπελίτσα με ταλέντο απίστευτο, ανακαλύπτει το παν!Ήταν η πρώτη νύχτα που ταξίδευε μόνη, μα δεν ήταν τρομαγμένη. Εν αντιθέσει εύρισκε «μια συναρπαστική περιπέτεια εκείνη την ολοκληρωτική ελευθερία μες στο σκοτάδι».
σελ.65

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Αύριο, Μεγάλη Δευτέρα, θα βγει στους δρόμους, σκέφτεται. Και με μεγάλα βήματα θα δρασκελίσει το παρελθόν. Μήπως και κατορθώσει να βρει ανάπαυση το παρόν της. Αλλά για την ώρα, σκάβει, σκάβει με μένος, συρτάρι, πυξίδες, κιτρινισμένο χαρτί. Τα ρούχα της στο συρτάρι που ακόμα μυρίζουν λεβάντα. Τα ρούχα του στην ντουλάπα που μυρίζουν φυγή.
«Πολύ πριν με γνωρίσει, ίσως ήταν ήδη νεκρός, νεκρή, νεκροί», και τα πρόσωπα στο νου της μπερδεύονται. Εισχωρούν το ένα μέσα στο άλλο και δεν ξεχωρίζει σημάδια, χάδια, απουσίες, φιλιά.
Μονάχα μια τεράστια έλλειψη.

Μια ζωή έτσι, με μια άδεια αγκαλιά.

Θα είμαι όλοι ή κανείς’ θα είμαι ο άλλος

σελ. 45

Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…