Σαν τον Μονταίνιο που του έμελλε έως την ύστατη ζωή να γράψει, αυτό που ονειρευόταν να ψελλίσει μια ζωή
«όμως η παράξενη μοίρα του να πρέπει να γράψει αυτό που δεν ήταν δυνατόν να ειπωθεί δεν υπήρξε άλλωστε η ίδια του η ζωή; Τι σημαίνει λοιπόν να γράφεις, αν όχι το να ανατρέχεις στην πένα για να κάνεις τους άλλους να σε ακούσουν λίγο, με τους φόβους σου, τις επιθυμίες σου, τις σκέψεις σου, τα συναισθήματά σου; Τι άλλο είναι από το να μιλάς στο χαρτί επειδή η γλώσσα σου είναι κομμένη ή επειδή κανείς δεν σ’ ακούει;»
σελ. 172
Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009
Κυριακή 16 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Γράφουμε γιατί είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε», σκέφτεται. «Αγαπάμε γιατί νοσταλγούμε ένα Θεό. Κάθε βιβλίο μια αποτυχία. Κάθε έρωτας, μια φυγή. Μπορούμε να φέρουμε κάτι εις πέρας μόνο με κόλπα, μπορούμε να ζήσουμε μόνο πλαγίως. Δεν βρισκόμαστε ποτέ εκεί που νομίζουμε. Ο πόθος μας είναι ταγμένος στην αλητεία. Η θέλησή μας δεν έχει κανένα βάρος. Εν τούτοις καμιά φορά μας έρχονται νέα από το αιώνιο. Τα φώτα που πέφτουν σ’ ένα πρόσωπο. Ο κεραυνός που χτυπάει το μελάνι…»
Έτσι ακριβώς εισέβαλε και ο Άγγελος στη δική της ζωή:
σαν κεραυνός που
χτυπάει το μελάνι.
σελ.165
Έτσι ακριβώς εισέβαλε και ο Άγγελος στη δική της ζωή:
σαν κεραυνός που
χτυπάει το μελάνι.
σελ.165
Σάββατο 15 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Ν’ αποθαρρύνεσαι, να τολμάς, να ‘σαι οργισμένος,
γενναιόδωρος, τσιγκούνης, σκληρός, τρυφερός,
γερός, ετοιμοθάνατος, νεκρός, ζωντανός,
πιστός, προδότης, ανδρείος, θαρραλέος…
Να ‘σαι μακριά απ’ την καλή σου ταραγμένος,
Χαρούμενος, θλιμμένος, αλαζόνας, ταπεινός,
Θυμωμένος, ατρόμητος, δειλός,
Ικανοποιημένος, καχύποπτος, θιγμένος…
Τα μάτια μπρος το ψέμα να κλείνεις
Να ξεχνάς τη χαρά, τη λύπη να κυνηγάς
Δηλητήριο για γλυκό ποτό να πίνεις…
Τον παράδεισό σου μέσα σε μια κόλαση ν’ αναζητάς
Τη ζωή και την ψυχή σου για μια πλάνη να δίνεις…
Όποιος το γνώρισε το ξέρει: αυτό σημαίνει ν’ αγαπάς».
«Εσύ αγαπάς με το κορμί σου κι εγώ με το κεφάλι μου» ήθελε να του πει για να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα.
Φούνες ο Μνήμων αυτή, αυτός πλάκα αρνητική στου Αβερόη την Απορία. Εκείνη με τις ιλιγγιώδεις λεπτομέρειες μιας μνήμης τρομακτικής κι εκείνος σοφός μέσα στην πλήρη κι απόλυτη άγνοιά του. Να χάνεται στο τίποτα αυτή, ενώ γνωρίζει τα πάντα. Κι αυτός να βρίσκει τα πάντα, την ώρα που ούτε το πρόσωπό του να δει στον καθρέφτη πια δεν μπορεί.
«… κοιτάχτηκε στον μεταλλικό καθρέφτη. Δεν ξέρω τι είδαν τα μάτια του’ κανένας ιστορικός δεν έχει περιγράψει τις γραμμές του προσώπου του. Ξέρω ότι εξαφανίστηκε ξαφνικά, σαν να χτυπήθηκε από βολή άπυρη φλόγας…»
Στον καθρέφτη που τ’ άφησε το σημείωμα.
σελ.153 -154
γενναιόδωρος, τσιγκούνης, σκληρός, τρυφερός,
γερός, ετοιμοθάνατος, νεκρός, ζωντανός,
πιστός, προδότης, ανδρείος, θαρραλέος…
Να ‘σαι μακριά απ’ την καλή σου ταραγμένος,
Χαρούμενος, θλιμμένος, αλαζόνας, ταπεινός,
Θυμωμένος, ατρόμητος, δειλός,
Ικανοποιημένος, καχύποπτος, θιγμένος…
Τα μάτια μπρος το ψέμα να κλείνεις
Να ξεχνάς τη χαρά, τη λύπη να κυνηγάς
Δηλητήριο για γλυκό ποτό να πίνεις…
Τον παράδεισό σου μέσα σε μια κόλαση ν’ αναζητάς
Τη ζωή και την ψυχή σου για μια πλάνη να δίνεις…
Όποιος το γνώρισε το ξέρει: αυτό σημαίνει ν’ αγαπάς».
«Εσύ αγαπάς με το κορμί σου κι εγώ με το κεφάλι μου» ήθελε να του πει για να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα.
Φούνες ο Μνήμων αυτή, αυτός πλάκα αρνητική στου Αβερόη την Απορία. Εκείνη με τις ιλιγγιώδεις λεπτομέρειες μιας μνήμης τρομακτικής κι εκείνος σοφός μέσα στην πλήρη κι απόλυτη άγνοιά του. Να χάνεται στο τίποτα αυτή, ενώ γνωρίζει τα πάντα. Κι αυτός να βρίσκει τα πάντα, την ώρα που ούτε το πρόσωπό του να δει στον καθρέφτη πια δεν μπορεί.
«… κοιτάχτηκε στον μεταλλικό καθρέφτη. Δεν ξέρω τι είδαν τα μάτια του’ κανένας ιστορικός δεν έχει περιγράψει τις γραμμές του προσώπου του. Ξέρω ότι εξαφανίστηκε ξαφνικά, σαν να χτυπήθηκε από βολή άπυρη φλόγας…»
Στον καθρέφτη που τ’ άφησε το σημείωμα.
σελ.153 -154
Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Μόνο με σκληρή αγωγή βγαίνει πέρα η ζωή. Το άλογο ανέχεται τα καρφιά γιατί τα πέταλα προφυλάσσουν. Μερικά ζώα τρώνε πέτρες για να χωνέψουν. Το χταπόδι δε διστάζει να χάσει ένα ή δυο πλοκάμια του για να διαφύγει τον κίνδυνο. Και η χελώνα φυλακίζεται σε ένα στερεό καύκαλο για να ζήσει. Καρφιά, πέταλα, πέτρες, κομμένα πλοκάμια και καύκαλα είναι γεμάτη η ανθρώπινη ζωή. Αλλά αν το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι ντυμένοι τη λεοντή της νύχτας θα γνωρίσουμε καλύτερα τη μέρα, αυτή η σκέψη θυμίζει μάλλον φίδι στην τρύπα του παρά δίδαγμα».
Όταν το έλαβε, της εξομολογήθηκε, έκανε «μπρρρρρρρ!»
Όμως ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά καρφιά, πέταλα, πέτρες, καύκαλα και κομμένα πλοκάμια.
Ένα κομμένο πλοκάμι του τώρα κι αυτή.
σελ.165
Όταν το έλαβε, της εξομολογήθηκε, έκανε «μπρρρρρρρ!»
Όμως ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά καρφιά, πέταλα, πέτρες, καύκαλα και κομμένα πλοκάμια.
Ένα κομμένο πλοκάμι του τώρα κι αυτή.
σελ.165
Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Για να παρηγορηθεί, θα πρέπει να ξαναθυμηθεί τον παράδεισο’ στα χέρια του, στο βλέμμα του, στην ανάσα του, στα αποσπάσματα που της απόμειναν και επειδή «τίποτα δεν μπορεί να μπει εκεί μέσα αφού τα πάντα βρίσκονται ήδη εκεί». Έτσι «όταν λέμε πώς κάποιος μπήκε στον κήπο της ουσίας, εννοούμε πως ο εαυτός του κάηκε ολοκληρωτικά κι έτσι από ‘κει που ήταν κάτι έγινε τίποτα και τώρα πια μπορεί να μπει ανενόχλητα αφού μόνο το τίποτα χωράει μέσα εκεί» για να τον ξαναβρεί, θα πρέπει ως τίποτα να τον αρνηθεί και να την αρνηθεί.
σελ.155
σελ.155
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Η οργή έχει και τα προνόμιά της» υποστηρίζει ο Κόμης του Κεντ στον σαιξπηρικό βασιλιά Ληρ, αλλά η Σαβίνα, οργή, ποτέ της δεν έχει νοιώσει.
Θυμάται τον Μοράβια: «Οι άνθρωποι διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: σ’ εκείνους που όταν αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα θέλουν να σκοτώσουν και σε κείνους που θέλουν να σκοτωθούν».
σελ.264
Θυμάται τον Μοράβια: «Οι άνθρωποι διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: σ’ εκείνους που όταν αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα θέλουν να σκοτώσουν και σε κείνους που θέλουν να σκοτωθούν».
σελ.264
Τρίτη 11 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
Κούκλα που να λέει «σ’ αγαπάω, μαμά» έχει δει πρόσφατα μια’ στη βιτρίνα.
Με τον Άγγελο, δεν ανταλλάσσουν κούκλες και λούτρινα ζωάκια χαζά αλλά φράσεις, τον πρώτο καιρό, και κατόπιν βιβλία.
«Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας» (Φ.Πεσσόα).
σελ.152-153
Με τον Άγγελο, δεν ανταλλάσσουν κούκλες και λούτρινα ζωάκια χαζά αλλά φράσεις, τον πρώτο καιρό, και κατόπιν βιβλία.
«Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας» (Φ.Πεσσόα).
σελ.152-153
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Για μερικούς ο θάνατος είναι άντρας, και μάλιστα καπετάνιος: «Ω! Θάνατε, γερο-καπετάνιε, ήρθε η ώρα! Βίρα τις άγκυρες!» γράφει ο Μπωντλαίρ. Για άλλους πάλι είναι γυναίκα, και μάλιστα αγαπημένη: «Αυτή η ιδέα του Θανάτου ήρθε και κατοίκησε μέσα μου οριστικά, όπως θα έκανε ένας έρωτας», γράφει ο Προύστ. «Όχι πως αγαπώ το Θάνατο, τον απεχθάνομαι. Αλλά έχοντας πρώτα κατά καιρούς σκεφτεί το θάνατο σαν μια γυναίκα που δεν έχουμε ακόμη αγαπήσει, τώρα η σκέψη αυτή έχει εισχωρήσει στο βαθύτερο στρώμα του μυαλού μου τόσο ολοκληρωτικά ώστε δεν μπορώ να ασχοληθώ με κάτι χωρίς αυτό να διαπεραστεί πρώτα από την ιδέα του θανάτου».
σελ.142-143
σελ.142-143
Κυριακή 9 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
«Αυτό είναι λοιπόν ο θάνατος; Αυτό που αρχίζει όταν τελειώνουν οι λέξεις;»
Και ποια να ‘ταν η τελευταία τους λέξη τελικά; Του μπαμπά και του Άγγελου, λένε, ότι τις έχει πνίξει το κύμα. Πώς γίνεται, όμως, να πνίγεται η τελευταία σου λέξη, μου λες;
Και ποια ήταν εντέλει;
σελ.142
Και ποια να ‘ταν η τελευταία τους λέξη τελικά; Του μπαμπά και του Άγγελου, λένε, ότι τις έχει πνίξει το κύμα. Πώς γίνεται, όμως, να πνίγεται η τελευταία σου λέξη, μου λες;
Και ποια ήταν εντέλει;
σελ.142
Σάββατο 8 Αυγούστου 2009
ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα
ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ:
«Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ» του Άμος Όζ, Μετάφραση από τα Εβραικά: Λουίζα Μιζάν, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 183.
«Να λοιπόν οι κυριότερες ερωτήσεις: Γιατί γράφεις; Γιατί γράφεις ειδικά μ’ αυτό τον τρόπο; Σ’ ενδιαφέρει να επηρεάζεις τους αναγνώστες σου, και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση επιδιώκεις να τους κατευθύνεις;…
Είσαι στρατευμένος συγγραφέας και αν ναι, υπέρ τίνος; Οι ιστορίες σου είναι αυτοβιογραφικές ή δημιουργήματα της φαντασίας σου;…
Και θα μπορούσες, σε παρακαλούμε, να μας εξηγήσεις εν συντομία και με δικά σου λόγια τι ακριβώς θέλεις να πεις στο τελευταίο σου βιβλίο;»
Παρότι ο συγγραφέας γνωρίζει τις ερωτήσεις του αναγνωστικού του κοινού και τις προτάσσει μάλιστα στις δυο πρώτες σελίδες, εν τούτοις, πρόθεσή του δεν είναι να απαντήσει σ’ αυτές. Αλλά απλώς γενναία και γενναιόδωρα να μας τραβήξει την κουρτίνα.
Αντί να μας απαντά, μπουκίτσα- μπουκίτσα σε ό,τι ο καθένας ρωτά, αποφασίζει εντελώς θαρραλέα να μας τα κάνει γνωστά, όλα.
Επιλέγοντας ως ήρωα στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η νύχτα του συγγραφέα» τον εαυτό του ή έναν συγγραφέα. Κι ακολουθώντας τα εσωτερικά βήματά του- για ένα οκτάωρο- με ακρίβεια εντομολόγου ή ανατόμου.
Χωροταξικά η ιστορία διαδραματίζεται στο Τελ- Αβίβ, κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής νύχτας, στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Ο συγγραφέας είναι καλεσμένος σε λογοτεχνική βραδιά και αποφασίζει να μας πάρει μαζί του: στις σκέψεις του, στις κινήσεις του, στα διλήμματα και στις αντιρρήσεις του, στις ερωτικές επιθυμίες και τις αναστολές του, στην έμπνευσή του, στις φαντασιακές εικόνες του που θα μπορούσαν και να αποτελέσουν τη μαγιά για μια καινούργια ιστορία. Στην ζωή και στην έμπνευσή του.
«Υπάρχουν οι πλάγιες απαντήσεις και υπάρχουν οι απαντήσεις υπεκφυγής. Απαντήσεις απλές και ευθείες δεν υπάρχουν», σκέφτεται παρατηρώντας τα πόδια της σερβιτόρας. Σταμάτησε στο μικρό καφενείο για να σκοτώσει την ώρα του πιο πολύ αλλά στο μεταξύ στήνει στο νου του μια ολόκληρη ιστορία. Σκιαγραφώντας με διάφανο, αόρατο μελάνι εκεί, την πρώτη της αγάπη, σε ηλικία μόλις δεκαέξι χρονών με τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα της ομάδας Μπνέι Γεούντα, τον Τσάρλι. Την λένε Ρίκι, έτσι αποφασίζει να την πει, κι ο Τσάρλι την προδίδει με τη Λούσι που είχε βγει Μις Νερό, διότι έτσι το θέλει. Ακολουθεί τη σκέψη της, τις ιδέες της, την προδομένη καρδιά, τις παράτολμες επιθυμίες: «Φιλία μεταξύ γυναίκας και άντρα δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση: αν υπάρχει μεταξύ τους χημεία, δεν μπορεί να υπάρξει φιλία. Κι αν δεν υπάρχει χημεία, τότε δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ τους τίποτα. Ανάμεσα όμως σε δύο κοπέλες, και ειδικά ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει και απογοητευτεί αρκετά από τους άντρες, και μάλιστα ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει από τον ίδιο άντρα… μήπως τελικά άξιζε τον κόπο να βρω κάποτε αυτή τη Λούσι;»
Όμως, παρότι «στην πραγματικότητα δεν είναι έτοιμος για τη συνάντηση και δεν ξέρει τι θα απαντήσει στις ερωτήσεις», πηγαίνει και γίνεται ένας απ’ αυτούς. Παρατηρώντας με οξυδέρκεια τους παρουσιαστές του, το αναγνωστικό κοινό, τον χώρο, τα όσα συμβαίνουν και όσα υπαινίσσονται. Τους αφήνει να μιλούν σα να τον ξέρουν χρόνια, λες και γνωρίζουν τα πάντα γι’ αυτόν, τους επιτρέπει να κάνουν υποθέσεις. Κοιτάζοντας τους εξάλλου επιχειρεί κι εκείνος τα δικά του συγγραφικά σενάρια, «ο συγγραφέας μοιάζει να τους κλέβει τα πορτοκάλια από τις τσέπες, ενώ εκείνοι είναι βυθισμένοι στα άδυτα του έργου του με την καθοδήγηση του ειδικού στη λογοτεχνία».
Υπάρχουν στιγμές που ασφυκτιά: «Γιατί ήρθες απόψε εδώ; Ρωτάει ο συγγραφέας τον εαυτό του, τι ψάχνεις;, η θέση σου είναι στο σπίτι, μπροστά στο γραφείο σου, ή ξαπλωμένος πάνω στο χαλί να αποκρυπτογραφείς τα σχήματα στο ταβάνι. Ποιος σκοτεινός δαίμονας σε σπρώχνει ξανά και ξανά να στριμώγνεσαι σε παρόμοιες συγκεντρώσεις; Αντί να βρίσκεσαι τώρα εδώ, θα μπορούσες, για παράδειγμα, να κάθεσαι και να απολαμβάνεις μέσα στην ησυχία του δωματίου σου την εκατοστή έκτη καντάτα, με την επονομασία «Actus Tragicus». Ή θα μπορούσες να έχεις γίνει μηχανικός και να σχεδιάζεις σιδηροδρομικές γραμμές που θα διασχίζουν εδάφη ορεινά και σκληρά, όπως ονειρευόσουν όταν ήσουν μικρός να γίνεις όταν μεγαλώσεις».
Αλλά βρίσκεται εκεί και είναι πια συγγραφέας, υποχρεωμένος να υποστεί έως τον πάτο αυτή τη βραδιά, να περπατήσει στο δρόμο και να φλερτάρει την όμορφη Ρούχαλε Ράζνικ που τόσο ωραία διαβάζει, συνεχίζοντας τα σενάρια επάνω στις άγνωστες ζωές των άλλων. Και θα γυρίσει σπίτι ενώ ακόμα είναι σκοτάδι πυκνό. Αναλογιζόμενος ότι ίσως τελικά και ν’ «αξίζει ν’ ανάβει κανείς το φως πού και πού και να κοιτάζει τι συμβαίνει τριγύρω». Κι ότι «το αύριο έγινε ήδη σήμερα, ξαφνικά».
Ένα μαγευτικό, εσωτερικό, συγγραφικό ταξίδι σχεδόν… εργαστηρίου. Το παράλληλο σύμπαν που ακολουθεί τον συγγραφέα ακόμα κι όταν βρεθεί εκτός ιστορίας. Η καθημερινότητα και η όντως ζωή που επιτρέπει να γεννιέται αυτή καθ’ εαυτή η ιστορία.
Με εξομολογητική διάθεση, εσωτερική ατμόσφαιρα, υπαινικτικές σιωπές και κουβέντες που μετεωρούνται ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία. Μια ιστορία που αποδεικνύει ότι μπορεί κάλλιστα η τέχνη να τροφοδοτεί τη ζωή και η ζωή την τέχνη. Διότι στεγανά δεν υπάρχουν τελικά, ούτε και για τον αναγνώστη. Πόσο μάλλον για τον συγγραφέα.
Ενδεχομένως το πιο εσωτερικό, αυτοβιογραφικό και αποκαλυπτικό βιβλίο του Άμος Όζ, συγγραφέα. Διότι οι ιστορίες του βρίσκονται παντού, κυκλοφορούν ελεύθερα, αδέσποτες και ανεξέλεγκτες στο κεφάλι μας αλλά κι ανάμεσα στους άλλους.
σελ. 136-139
«Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ» του Άμος Όζ, Μετάφραση από τα Εβραικά: Λουίζα Μιζάν, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 183.
«Να λοιπόν οι κυριότερες ερωτήσεις: Γιατί γράφεις; Γιατί γράφεις ειδικά μ’ αυτό τον τρόπο; Σ’ ενδιαφέρει να επηρεάζεις τους αναγνώστες σου, και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση επιδιώκεις να τους κατευθύνεις;…
Είσαι στρατευμένος συγγραφέας και αν ναι, υπέρ τίνος; Οι ιστορίες σου είναι αυτοβιογραφικές ή δημιουργήματα της φαντασίας σου;…
Και θα μπορούσες, σε παρακαλούμε, να μας εξηγήσεις εν συντομία και με δικά σου λόγια τι ακριβώς θέλεις να πεις στο τελευταίο σου βιβλίο;»
Παρότι ο συγγραφέας γνωρίζει τις ερωτήσεις του αναγνωστικού του κοινού και τις προτάσσει μάλιστα στις δυο πρώτες σελίδες, εν τούτοις, πρόθεσή του δεν είναι να απαντήσει σ’ αυτές. Αλλά απλώς γενναία και γενναιόδωρα να μας τραβήξει την κουρτίνα.
Αντί να μας απαντά, μπουκίτσα- μπουκίτσα σε ό,τι ο καθένας ρωτά, αποφασίζει εντελώς θαρραλέα να μας τα κάνει γνωστά, όλα.
Επιλέγοντας ως ήρωα στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η νύχτα του συγγραφέα» τον εαυτό του ή έναν συγγραφέα. Κι ακολουθώντας τα εσωτερικά βήματά του- για ένα οκτάωρο- με ακρίβεια εντομολόγου ή ανατόμου.
Χωροταξικά η ιστορία διαδραματίζεται στο Τελ- Αβίβ, κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής νύχτας, στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Ο συγγραφέας είναι καλεσμένος σε λογοτεχνική βραδιά και αποφασίζει να μας πάρει μαζί του: στις σκέψεις του, στις κινήσεις του, στα διλήμματα και στις αντιρρήσεις του, στις ερωτικές επιθυμίες και τις αναστολές του, στην έμπνευσή του, στις φαντασιακές εικόνες του που θα μπορούσαν και να αποτελέσουν τη μαγιά για μια καινούργια ιστορία. Στην ζωή και στην έμπνευσή του.
«Υπάρχουν οι πλάγιες απαντήσεις και υπάρχουν οι απαντήσεις υπεκφυγής. Απαντήσεις απλές και ευθείες δεν υπάρχουν», σκέφτεται παρατηρώντας τα πόδια της σερβιτόρας. Σταμάτησε στο μικρό καφενείο για να σκοτώσει την ώρα του πιο πολύ αλλά στο μεταξύ στήνει στο νου του μια ολόκληρη ιστορία. Σκιαγραφώντας με διάφανο, αόρατο μελάνι εκεί, την πρώτη της αγάπη, σε ηλικία μόλις δεκαέξι χρονών με τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα της ομάδας Μπνέι Γεούντα, τον Τσάρλι. Την λένε Ρίκι, έτσι αποφασίζει να την πει, κι ο Τσάρλι την προδίδει με τη Λούσι που είχε βγει Μις Νερό, διότι έτσι το θέλει. Ακολουθεί τη σκέψη της, τις ιδέες της, την προδομένη καρδιά, τις παράτολμες επιθυμίες: «Φιλία μεταξύ γυναίκας και άντρα δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση: αν υπάρχει μεταξύ τους χημεία, δεν μπορεί να υπάρξει φιλία. Κι αν δεν υπάρχει χημεία, τότε δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ τους τίποτα. Ανάμεσα όμως σε δύο κοπέλες, και ειδικά ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει και απογοητευτεί αρκετά από τους άντρες, και μάλιστα ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει από τον ίδιο άντρα… μήπως τελικά άξιζε τον κόπο να βρω κάποτε αυτή τη Λούσι;»
Όμως, παρότι «στην πραγματικότητα δεν είναι έτοιμος για τη συνάντηση και δεν ξέρει τι θα απαντήσει στις ερωτήσεις», πηγαίνει και γίνεται ένας απ’ αυτούς. Παρατηρώντας με οξυδέρκεια τους παρουσιαστές του, το αναγνωστικό κοινό, τον χώρο, τα όσα συμβαίνουν και όσα υπαινίσσονται. Τους αφήνει να μιλούν σα να τον ξέρουν χρόνια, λες και γνωρίζουν τα πάντα γι’ αυτόν, τους επιτρέπει να κάνουν υποθέσεις. Κοιτάζοντας τους εξάλλου επιχειρεί κι εκείνος τα δικά του συγγραφικά σενάρια, «ο συγγραφέας μοιάζει να τους κλέβει τα πορτοκάλια από τις τσέπες, ενώ εκείνοι είναι βυθισμένοι στα άδυτα του έργου του με την καθοδήγηση του ειδικού στη λογοτεχνία».
Υπάρχουν στιγμές που ασφυκτιά: «Γιατί ήρθες απόψε εδώ; Ρωτάει ο συγγραφέας τον εαυτό του, τι ψάχνεις;, η θέση σου είναι στο σπίτι, μπροστά στο γραφείο σου, ή ξαπλωμένος πάνω στο χαλί να αποκρυπτογραφείς τα σχήματα στο ταβάνι. Ποιος σκοτεινός δαίμονας σε σπρώχνει ξανά και ξανά να στριμώγνεσαι σε παρόμοιες συγκεντρώσεις; Αντί να βρίσκεσαι τώρα εδώ, θα μπορούσες, για παράδειγμα, να κάθεσαι και να απολαμβάνεις μέσα στην ησυχία του δωματίου σου την εκατοστή έκτη καντάτα, με την επονομασία «Actus Tragicus». Ή θα μπορούσες να έχεις γίνει μηχανικός και να σχεδιάζεις σιδηροδρομικές γραμμές που θα διασχίζουν εδάφη ορεινά και σκληρά, όπως ονειρευόσουν όταν ήσουν μικρός να γίνεις όταν μεγαλώσεις».
Αλλά βρίσκεται εκεί και είναι πια συγγραφέας, υποχρεωμένος να υποστεί έως τον πάτο αυτή τη βραδιά, να περπατήσει στο δρόμο και να φλερτάρει την όμορφη Ρούχαλε Ράζνικ που τόσο ωραία διαβάζει, συνεχίζοντας τα σενάρια επάνω στις άγνωστες ζωές των άλλων. Και θα γυρίσει σπίτι ενώ ακόμα είναι σκοτάδι πυκνό. Αναλογιζόμενος ότι ίσως τελικά και ν’ «αξίζει ν’ ανάβει κανείς το φως πού και πού και να κοιτάζει τι συμβαίνει τριγύρω». Κι ότι «το αύριο έγινε ήδη σήμερα, ξαφνικά».
Ένα μαγευτικό, εσωτερικό, συγγραφικό ταξίδι σχεδόν… εργαστηρίου. Το παράλληλο σύμπαν που ακολουθεί τον συγγραφέα ακόμα κι όταν βρεθεί εκτός ιστορίας. Η καθημερινότητα και η όντως ζωή που επιτρέπει να γεννιέται αυτή καθ’ εαυτή η ιστορία.
Με εξομολογητική διάθεση, εσωτερική ατμόσφαιρα, υπαινικτικές σιωπές και κουβέντες που μετεωρούνται ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία. Μια ιστορία που αποδεικνύει ότι μπορεί κάλλιστα η τέχνη να τροφοδοτεί τη ζωή και η ζωή την τέχνη. Διότι στεγανά δεν υπάρχουν τελικά, ούτε και για τον αναγνώστη. Πόσο μάλλον για τον συγγραφέα.
Ενδεχομένως το πιο εσωτερικό, αυτοβιογραφικό και αποκαλυπτικό βιβλίο του Άμος Όζ, συγγραφέα. Διότι οι ιστορίες του βρίσκονται παντού, κυκλοφορούν ελεύθερα, αδέσποτες και ανεξέλεγκτες στο κεφάλι μας αλλά κι ανάμεσα στους άλλους.
σελ. 136-139
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…
άγρυπνη νύχτα μου…
Αρχειοθήκη ιστολογίου
-
►
2012
(4)
- ► Ιανουαρίου (4)
-
►
2011
(24)
- ► Φεβρουαρίου (6)
- ► Ιανουαρίου (9)
-
►
2010
(8)
- ► Φεβρουαρίου (1)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2009
(110)
- ► Δεκεμβρίου (23)
- ► Σεπτεμβρίου (12)
- ► Φεβρουαρίου (8)
- ► Ιανουαρίου (6)
-
►
2008
(31)
- ► Δεκεμβρίου (5)
- ► Σεπτεμβρίου (19)