Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ:

«Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ» του Άμος Όζ, Μετάφραση από τα Εβραικά: Λουίζα Μιζάν, Εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 183.

«Να λοιπόν οι κυριότερες ερωτήσεις: Γιατί γράφεις; Γιατί γράφεις ειδικά μ’ αυτό τον τρόπο; Σ’ ενδιαφέρει να επηρεάζεις τους αναγνώστες σου, και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση επιδιώκεις να τους κατευθύνεις;…
Είσαι στρατευμένος συγγραφέας και αν ναι, υπέρ τίνος; Οι ιστορίες σου είναι αυτοβιογραφικές ή δημιουργήματα της φαντασίας σου;…
Και θα μπορούσες, σε παρακαλούμε, να μας εξηγήσεις εν συντομία και με δικά σου λόγια τι ακριβώς θέλεις να πεις στο τελευταίο σου βιβλίο;»
Παρότι ο συγγραφέας γνωρίζει τις ερωτήσεις του αναγνωστικού του κοινού και τις προτάσσει μάλιστα στις δυο πρώτες σελίδες, εν τούτοις, πρόθεσή του δεν είναι να απαντήσει σ’ αυτές. Αλλά απλώς γενναία και γενναιόδωρα να μας τραβήξει την κουρτίνα.
Αντί να μας απαντά, μπουκίτσα- μπουκίτσα σε ό,τι ο καθένας ρωτά, αποφασίζει εντελώς θαρραλέα να μας τα κάνει γνωστά, όλα.
Επιλέγοντας ως ήρωα στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η νύχτα του συγγραφέα» τον εαυτό του ή έναν συγγραφέα. Κι ακολουθώντας τα εσωτερικά βήματά του- για ένα οκτάωρο- με ακρίβεια εντομολόγου ή ανατόμου.
Χωροταξικά η ιστορία διαδραματίζεται στο Τελ- Αβίβ, κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής νύχτας, στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Ο συγγραφέας είναι καλεσμένος σε λογοτεχνική βραδιά και αποφασίζει να μας πάρει μαζί του: στις σκέψεις του, στις κινήσεις του, στα διλήμματα και στις αντιρρήσεις του, στις ερωτικές επιθυμίες και τις αναστολές του, στην έμπνευσή του, στις φαντασιακές εικόνες του που θα μπορούσαν και να αποτελέσουν τη μαγιά για μια καινούργια ιστορία. Στην ζωή και στην έμπνευσή του.
«Υπάρχουν οι πλάγιες απαντήσεις και υπάρχουν οι απαντήσεις υπεκφυγής. Απαντήσεις απλές και ευθείες δεν υπάρχουν», σκέφτεται παρατηρώντας τα πόδια της σερβιτόρας. Σταμάτησε στο μικρό καφενείο για να σκοτώσει την ώρα του πιο πολύ αλλά στο μεταξύ στήνει στο νου του μια ολόκληρη ιστορία. Σκιαγραφώντας με διάφανο, αόρατο μελάνι εκεί, την πρώτη της αγάπη, σε ηλικία μόλις δεκαέξι χρονών με τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα της ομάδας Μπνέι Γεούντα, τον Τσάρλι. Την λένε Ρίκι, έτσι αποφασίζει να την πει, κι ο Τσάρλι την προδίδει με τη Λούσι που είχε βγει Μις Νερό, διότι έτσι το θέλει. Ακολουθεί τη σκέψη της, τις ιδέες της, την προδομένη καρδιά, τις παράτολμες επιθυμίες: «Φιλία μεταξύ γυναίκας και άντρα δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση: αν υπάρχει μεταξύ τους χημεία, δεν μπορεί να υπάρξει φιλία. Κι αν δεν υπάρχει χημεία, τότε δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ τους τίποτα. Ανάμεσα όμως σε δύο κοπέλες, και ειδικά ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει και απογοητευτεί αρκετά από τους άντρες, και μάλιστα ανάμεσα σε δύο κοπέλες που έχουν υποφέρει από τον ίδιο άντρα… μήπως τελικά άξιζε τον κόπο να βρω κάποτε αυτή τη Λούσι;»
Όμως, παρότι «στην πραγματικότητα δεν είναι έτοιμος για τη συνάντηση και δεν ξέρει τι θα απαντήσει στις ερωτήσεις», πηγαίνει και γίνεται ένας απ’ αυτούς. Παρατηρώντας με οξυδέρκεια τους παρουσιαστές του, το αναγνωστικό κοινό, τον χώρο, τα όσα συμβαίνουν και όσα υπαινίσσονται. Τους αφήνει να μιλούν σα να τον ξέρουν χρόνια, λες και γνωρίζουν τα πάντα γι’ αυτόν, τους επιτρέπει να κάνουν υποθέσεις. Κοιτάζοντας τους εξάλλου επιχειρεί κι εκείνος τα δικά του συγγραφικά σενάρια, «ο συγγραφέας μοιάζει να τους κλέβει τα πορτοκάλια από τις τσέπες, ενώ εκείνοι είναι βυθισμένοι στα άδυτα του έργου του με την καθοδήγηση του ειδικού στη λογοτεχνία».
Υπάρχουν στιγμές που ασφυκτιά: «Γιατί ήρθες απόψε εδώ; Ρωτάει ο συγγραφέας τον εαυτό του, τι ψάχνεις;, η θέση σου είναι στο σπίτι, μπροστά στο γραφείο σου, ή ξαπλωμένος πάνω στο χαλί να αποκρυπτογραφείς τα σχήματα στο ταβάνι. Ποιος σκοτεινός δαίμονας σε σπρώχνει ξανά και ξανά να στριμώγνεσαι σε παρόμοιες συγκεντρώσεις; Αντί να βρίσκεσαι τώρα εδώ, θα μπορούσες, για παράδειγμα, να κάθεσαι και να απολαμβάνεις μέσα στην ησυχία του δωματίου σου την εκατοστή έκτη καντάτα, με την επονομασία «Actus Tragicus». Ή θα μπορούσες να έχεις γίνει μηχανικός και να σχεδιάζεις σιδηροδρομικές γραμμές που θα διασχίζουν εδάφη ορεινά και σκληρά, όπως ονειρευόσουν όταν ήσουν μικρός να γίνεις όταν μεγαλώσεις».
Αλλά βρίσκεται εκεί και είναι πια συγγραφέας, υποχρεωμένος να υποστεί έως τον πάτο αυτή τη βραδιά, να περπατήσει στο δρόμο και να φλερτάρει την όμορφη Ρούχαλε Ράζνικ που τόσο ωραία διαβάζει, συνεχίζοντας τα σενάρια επάνω στις άγνωστες ζωές των άλλων. Και θα γυρίσει σπίτι ενώ ακόμα είναι σκοτάδι πυκνό. Αναλογιζόμενος ότι ίσως τελικά και ν’ «αξίζει ν’ ανάβει κανείς το φως πού και πού και να κοιτάζει τι συμβαίνει τριγύρω». Κι ότι «το αύριο έγινε ήδη σήμερα, ξαφνικά».
Ένα μαγευτικό, εσωτερικό, συγγραφικό ταξίδι σχεδόν… εργαστηρίου. Το παράλληλο σύμπαν που ακολουθεί τον συγγραφέα ακόμα κι όταν βρεθεί εκτός ιστορίας. Η καθημερινότητα και η όντως ζωή που επιτρέπει να γεννιέται αυτή καθ’ εαυτή η ιστορία.
Με εξομολογητική διάθεση, εσωτερική ατμόσφαιρα, υπαινικτικές σιωπές και κουβέντες που μετεωρούνται ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία. Μια ιστορία που αποδεικνύει ότι μπορεί κάλλιστα η τέχνη να τροφοδοτεί τη ζωή και η ζωή την τέχνη. Διότι στεγανά δεν υπάρχουν τελικά, ούτε και για τον αναγνώστη. Πόσο μάλλον για τον συγγραφέα.
Ενδεχομένως το πιο εσωτερικό, αυτοβιογραφικό και αποκαλυπτικό βιβλίο του Άμος Όζ, συγγραφέα. Διότι οι ιστορίες του βρίσκονται παντού, κυκλοφορούν ελεύθερα, αδέσποτες και ανεξέλεγκτες στο κεφάλι μας αλλά κι ανάμεσα στους άλλους.
σελ. 136-139

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…

Αρχειοθήκη ιστολογίου