Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

Ώρες- ώρες το ‘κανε πείραμα. Γέμιζε φούχτες με λέξεις και τις πετούσε ατάκτως, τις έφτυνε, στ’ άσπρο χαρτί, στη ζωή.
Μ’ έκπληκτα μάτια τις έβλεπε αγάπες και φιλίες να γίνονται, ιστορίες περιπαθείς, τρυφερές, θλιβερές.
Βάσανο που γίνεται βάλσαμο. Και η πρωταρχική κραυγή, μοίρα που επέλεξε στα κρυφά, πεπρωμένο.
Χαρτιά μιας τράπουλας που της μοιράστηκαν χωρίς να τη ρωτήσουν αν παίζει αλλά στο πώς θα στηθεί το παιχνίδι, την τελευταία λέξη θα την έχει πάντοτε αυτή.

Κάπως έτσι γεννήθηκε κάποια στιγμή η Αντιγόνη της «Αναζητώντας μια Μαρία». Από τη νύχτα, ένα κομμάτι μαύρο βελούδο που επιθυμούσε διακαώς να ξεφύγει’ να υψωθεί: από τη μοίρα της, τη μάνα της, το φύλο, την εποχή, την πατρίδα. Η ζωή της, μια τελεία στην άκρη, στο άγραφο ακόμα χαρτί.

Ο Νικηφόρος ήρθε από τα έγκατα και στα έγκατα μετέβη. Αναρωτούμενος μέχρι εσχάτων «Να τα μετράω τα χρόνια ή να μην τα μετρώ»; Άμμος ο Χρόνος στα δάχτυλα και του γλιστράει. Άμμος και η αγάπη για την Όλγα, για τη ζωή.

Η Μάγια, πυγολαμπίδα τη νύχτα, μπέρδεψε τα αινίγματα. Μη διακρίνοντας εν τέλει ότι «το αίνιγμα του άλλου» είμαι πάντοτε εγώ. Το μεγαλύτερο αίνιγμα. Ο μέχρις εσχάτων, άγνωστος τελικά, εαυτός.

Η Αγγελική υπήρξε πιο τυχερή. Παρότι εξ’ αρχής φάνηκε ως η μεγάλη άτυχη. Αλίκη, στην χώρα των παιδικών της θαυμάτων, επέζησε τελικά των αντικατοπτρισμών. Αριάδνη, που το βρίσκει το νήμα και θα ξεφύγει κάποια στιγμή απ’ το σπίτι του Αστερίωνα. «Οι κούκλες δεν κλαίνε», αλλ’ η Σαβίνα μπορεί και να το ορκιστεί: όλες οι δικές της έκλαψαν, και με λυγμούς μάλιστα, κάποια στιγμή.

Η Λίλια δεν θα σταματήσει ποτέ να αποχαιρετά το παραμύθι της, εξάλλου πώς; Το παραμύθι είμαστε εμείς. Και ο Βλαδίμηρος, σφετεριστής της αγάπης κι εκείνου του άλλου, ως «σύννεφο με τα παντελόνια» κάποια στιγμή θ’ αναληφθεί.

«Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα» ποτέ δεν θα μεγαλώσει. Καλύτερα, σκέφτεται, αρκεί να μη φύγει, να μη ξεφύγει ποτέ από το θαυμαστό. Κι η Ρόζα, θα χαθεί μια για πάντα μέσα στα τριαντάφυλλα.
Κάκτος, σε σχήμα καμέλιας, τελικά.

Η Ζέλντα θα τα κάψει σαν την πεταλούδα τα χρυσά της φτερά. Και ο Σκοτ, θα πνιγεί στο μπουκάλι και στα πολλά του ταλέντα, ω ναι! Αυτό, όπως και ο Άγγελος, ήξερε να το κάνει καλά: «Ράγισε τώρα»!
αλλά όλοι μας ραγισμένα γυαλιά, πώς κολλήσαμε εξάλλου;

Ραγισμένα γυαλιά, ραγισμένη πόλη, ραγισμένη καρδιά.
σελ. 173-175

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…

Αρχειοθήκη ιστολογίου