Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΜΑΙ - αποσπάσματα

«Να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Να επεξεργαστώ ανεπαίσθητα αυτή τη διόρθωση. «Τον ίδιο τον εαυτό μου διορθώνω», έλεγε ο Yeats, «όταν διορθώνω τα έργα μου».

Και έτσι βλέποντας και ξαναβλέποντας ακριβώς το ίδιο πλάνο, είναι σα να διορθώνω την ίδια την σκηνή.

«Για ποια μαμά σου, επιθυμείς να σου μιλήσω, όπως την έβλεπα τότε ή με τα μάτια μου τα τωρινά;»
«Μια είναι η μαμά, Αρετή, και τότε και τώρα και μια και μοναδική η σκηνή».
«Αλλάζουν οι άνθρωποι και οι σκηνές μέσα στα χρόνια, αλλού το φως, αλλού οι σκοτεινιές τους πια και μας ακολουθούν. Μπορώ να σου μιλήσω για τα παλιά, μόνο με αυτό που έχω γίνει. Και μ’ ό,τι έχεις γίνει μπορείς να τ’ ακούσεις κι εσύ.
Με ό,τι έχουμε βλέπουμε, με ό,τι είμαστε! Και μεσ’ στον χρόνο γινόμαστε άλλοι κι εμείς».

Σταυρώνει τα χέρια, στωικά, λες και πρόκειται να πεθάνει. Τόσο ήρεμη, τόσο αθεράπευτα ήρεμη, τόσο αθεράπευτα ήρεμη πια.
«Η Ελένα ήταν ένα ζωντανό ζωηρό πλάσμα. Γεμάτο νεύρο, ταλέντο, φωνή. Ζωγράφιζε θεικά κάτι μυστήρια τοπία που θύμιζαν σπαζοκεφαλιές. Στα κλαδιά- αν το πρόσεχες- κρύβονταν τέρατα, στη θάλασσα, χαμένοι μέσα στα κύματα εραστές. Στη στέγη, αν κρατούσες τη ζωγραφιά σε ορισμένη θέση πλαγίως, ξεπετιούνταν πουλιά. Τα σφαλιστά παράθυρα, άνοιγαν πού και πού για λίγους κι από το τζάκι ξεπηδούσε φωτιά.
Στη συστάδα των δέντρων καιροφυλακτούσαν φαντάροι, ο άντρας μου ορκιζόταν ληστές «εγώ μόνο έναν πύργο ζωγράφιζα», ισχυριζόταν εκείνη.
Αλλά το ίδιο γινόταν και όταν ζωγράφιζε εραστές. Απ’ τα μαλλιά της, κάμπιες γίνονταν πεταλούδες, στα χέρια του κρατούσε βρύσες, μολύβια, μελανοδοχεία, καρδιές.
Στο παλτό του αντί για κουμπί, μια χελώνα. Στη ζακέτα της, ανεμώνες και νεκροί εραστές.
Θάμβος και φρίκη, όπως και στη ζωή της, στους πίνακές της βαδίζανε χέρι με χέρι. Το ίδιο γινόταν και όταν την άκουγες να παίζει μουσική.
Έργα γνωστά, Σοπέν, Ραβέλ, Μπαχ και Μότσαρτ που, όσο κυλούσαν γίνονταν δικά της, στην αρχή τρυφερά, θωπευτικά, παραμυθένια, μυθικά.
Για να καταλήξουν φόβος και τρόμος, ο απόλυτος εφιάλτης, αφού προχωρώντας τα πλήκτρα στο πιάνο, από κάποιο σημείο και μετά, τρόμαζε κι αυτή.
«Αρετή μου, ούτε κι εγώ ξέρω από πού ξεπηδά αυτή η αλλόκοτη μουσική. Την ακούω και θέλω δεν θέλω, την ακολουθώ και την παίζω. Το ίδιο ακριβώς μου συμβαίνει και με τη ζωγραφική.
Σπιτάκια, βουνά και λίμνες χαράζω. Με έκπληξη βλέπω κατόπιν να ξεπροβάλουν σκηνές.
σελ.213-214

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Για τις δικές μας, πρώτ’ απ’ όλα, άγρυπνες νύχτες…
άγρυπνη νύχτα μου…

Αρχειοθήκη ιστολογίου